— Ειρήνη Γιαννοπούλου, πες μου τον κωδικό PIN της εφαρμογής της τράπεζάς σου. Θα την περάσω τώρα στο τάμπλετ μου, για να αποκτήσουμε επιτέλους έναν κοινό οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η Ειρήνη Γιαννοπούλου έμεινε ακίνητη, κρατώντας ακόμη την καφετιέρα. Ο ζεστός πρωινός καφές είχε μόλις γεμίσει την κουζίνα με το άρωμά του, σκεπάζοντας τη μυρωδιά από τα φρέσκα ψωμάκια του φούρνου στη γωνία. Στο μεγάλο τραπέζι, που έπιανε σχεδόν τη μισή φωτεινή κουζίνα με τα ψηλά ταβάνια, καθόταν η πεθερά της, η Χρυσούλα Ρήγα. Φορούσε μεταξωτή ρόμπα, τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα στην εντέλεια, και μπροστά της βρισκόταν ένα ολοκαίνουργιο τάμπλετ — αγορασμένο, παρεμπιπτόντως, με την πιστωτική κάρτα της Ειρήνης Γιαννοπούλου τα προηγούμενα Χριστούγεννα.
Απέναντί της είχε βολευτεί ο Νίκος Λάμπρος, ο σύζυγος της Ειρήνης Γιαννοπούλου. Άλειφε με νωχελικές κινήσεις βούτυρο πάνω σε ένα τραγανό πρέτσελ και προσποιούνταν πως διάβαζε κάτι εξαιρετικά σημαντικό στο κινητό του.
— Κυρία Χρυσούλα Ρήγα, μάλλον δεν έχω ξυπνήσει ακόμη καλά, είπε η Ειρήνη Γιαννοπούλου, ακουμπώντας αργά την καφετιέρα στην ξύλινη βάση. Για ποιον λόγο χρειάζεστε πρόσβαση στον προσωπικό μου τραπεζικό λογαριασμό;
— Αχ, Ειρήνη Γιαννοπούλου, τι είναι αυτά τα παιδιαρίσματα; Η πεθερά της χαμογέλασε συγκαταβατικά, τινάζοντας διακριτικά το χρυσό της βραχιόλι. Ο Νίκος Λάμπρος μού είπε χθες πως δεν τα καταφέρνετε καθόλου με τα οικονομικά. Πότε έρχεται ένας φουσκωμένος λογαριασμός κοινοχρήστων, πότε ανεβαίνει η ασφάλεια του αυτοκινήτου. Εγώ, παιδί μου, έχω τριάντα χρόνια εμπειρία σε τμήμα προγραμματισμού. Θα βάλω μια τάξη στις ροές σας. Θα πληρώνω τις ασφάλειες, θα κανονίζω το ενοίκιο, θα βοηθάμε και λίγο τον Σπυρίδων Οικονόμου όταν στριμώχνεται με τις επιχειρηματικές του ιδέες. Σε κάθε οικογένεια πρέπει να υπάρχει ένας ταμίας! Όπως λένε και στις παλιές ελληνικές κωμωδίες: «Όποιος προλαβαίνει, προβλέπει!» Ή μήπως δεν ήταν ακριβώς έτσι; Τέλος πάντων, το νόημα είναι πως η ομάδα πρέπει να εμπιστεύεται τη διοίκηση.

— Τον Σπυρίδων Οικονόμου; Τον μικρό σας γιο; Να τον στηρίζουμε από τον δικό μου μισθό; Η Ειρήνη Γιαννοπούλου γύρισε προς τον άντρα της. Νίκος Λάμπρος, εσύ δεν έχεις τίποτα να πεις;
Ο Νίκος Λάμπρος αναστέναξε θεατρικά, άφησε το μαχαίρι στο πιάτο και έτριψε τη ράχη της μύτης του, σαν άνθρωπος που είχε εξαντληθεί από τη συναναστροφή με παράλογα παιδιά. Στα σαράντα πέντε του διατηρούσε ακόμη την εικόνα του μποέμ διανοούμενου: ελαφριά αξυρισιά, ακριβά γυαλιά με κοκάλινο σκελετό, κασμιρένιο πουλόβερ.
— Ειρήνη Γιαννοπούλου, μην αρχίζεις πάλι. Η μαμά έχει δίκιο. Εσύ είσαι συνέχεια χωμένη στη δουλειά, περνάς μέρες ολόκληρες στα έργα σου, σχεδιάζεις παρτέρια, πάρκα και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Δεν σου μένει χρόνος να παρακολουθείς υπόλοιπα και χρεώσεις. Εδώ ένα ευρώ, εκεί μια κράτηση, παραπέρα μια συνδρομή, και τα χρήματα φεύγουν χωρίς να το καταλάβεις. Χθες ήρθε αναδρομική χρέωση για θέρμανση και ζεστό νερό, σχεδόν χίλια διακόσια ευρώ επιπλέον. Η μαμά απλώς θα αναλάβει τη διαχείριση. Θα μας δίνει και ποσά για τα προσωπικά μας έξοδα. Πού είναι το κακό; Είναι πρακτικό.
— Η αναδρομική χρέωση για τη θέρμανση ήρθε, Νίκος Λάμπρος, επειδή η μητέρα σου μένει εδώ τρεις μήνες τον χρόνο, ανοίγει τα καλοριφέρ στο τέρμα και την ίδια στιγμή αφήνει τα παράθυρα διάπλατα, επειδή, όπως λέει, «πνίγεται». Η φωνή της Ειρήνης Γιαννοπούλου είχε χαμηλώσει επικίνδυνα. Και τα χρήματα δεν μου γλιστρούν μέσα από τα δάχτυλα. Είμαι αρχιτέκτονας τοπίου. Σχεδιάζω δημόσια πάρκα και ιδιωτικούς κήπους. Έχω πολύ καλό μισθό και γνωρίζω θαυμάσια πού πηγαίνει μέχρι και το τελευταίο λεπτό.
— Πόσο υλίστρια είσαι, τελικά, είπε η Χρυσούλα Ρήγα, σφίγγοντας τα χείλη. Όλα τα μετράς σε ευρώ! Λυπάσαι λίγη θέρμανση για την ίδια σου την πεθερά; Έχεις δει παλιές ταινίες που μιλούν για οικογένεια και ανθρωπιά; Ε, εσύ τίποτα δεν πήρες από αυτά. Προσγειωμένη μέχρι αηδίας. Ο Νίκος Λάμπρος είναι δημιουργικός άνθρωπος, παραγωγός με όραμα. Εκείνος πρέπει να σκέφτεται τα μεγάλα, όχι να κάθεται πάνω από αποδείξεις και λογαριασμούς.
— Δημιουργικός παραγωγός που τα τελευταία δύο χρόνια δεν έχει παραγάγει τίποτα πιο επιτυχημένο από ένα πάρτι σε συνοικιακό μπαρ, το οποίο μπήκε μέσα μέχρι τον λαιμό, δεν άντεξε η Ειρήνη Γιαννοπούλου. Όχι, κυρία Χρυσούλα Ρήγα. Ο κωδικός μου θα μείνει σε εμένα. Κι αν έχετε τόσο μεγάλη ανάγκη να διαχειρίζεστε οικονομικά, σας προτείνω να βρείτε μια δουλειά.
Γύρισε απότομα, πήρε την τσάντα με το λάπτοπ της και βγήκε από το διαμέρισμα, κλείνοντας προσεκτικά πίσω της τη βαριά δρύινη πόρτα.
Όλη την υπόλοιπη μέρα, στο γραφείο, η Ειρήνη Γιαννοπούλου δεν κατάφερε να συγκεντρωθεί. Μπροστά της απλώνονταν μεγάλα σχέδια για έναν καινούργιο βοτανικό κήπο, ενώ στην οθόνη του υπολογιστή άστραφταν πίνακες με υπολογισμούς για το κόστος εξωτικών φυτών από φυτώρια. Παρ’ όλα αυτά, το μυαλό της επέστρεφε πεισματικά στην πρωινή σκηνή της κουζίνας.
Ήταν σαράντα δύο ετών. Πριν από οκτώ χρόνια, όταν παντρεύτηκε τον Νίκος Λάμπρος, εκείνος της φαινόταν άνθρωπος-γιορτή, μια αστείρευτη μηχανή λαμπρών ιδεών. Τα πρώτα χρόνια, πράγματι, η ζωή τους είχε κέφι, αυθορμητισμό και μια αίσθηση πως όλα ήταν δυνατά. Σιγά σιγά, όμως, οι γιορτές έσβησαν και στη θέση τους ήρθε η σκληρή καθημερινότητα. Αποδείχθηκε πως ο Νίκος Λάμπρος δεν μπορούσε να εξασφαλίσει σταθερό εισόδημα. Το γραφείο διοργάνωσης εκδηλώσεων που έλεγε ότι είχε, υπήρχε ουσιαστικά μόνο στα χαρτιά.
Έτσι, ολόκληρο το οικονομικό βάρος έπεσε στους ώμους της Ειρήνης Γιαννοπούλου. Εκείνη πλήρωνε το ακριβό ενοίκιο για το τεσσάρι τους σε καλή περιοχή — δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ τον μήνα, με τα βασικά έξοδα θέρμανσης υπολογισμένα μέσα.
