“Ειρήνη Γιαννοπούλου, πες μου τον κωδικό PIN της εφαρμογής της τράπεζάς σου” είπε η πεθερά απαιτητικά ενώ η Ειρήνη έμεινε ακίνητη κρατώντας ακόμη την καφετιέρα

Απροκάλυπτη επιβολή, πικρή και αδυσώπητη.
Ιστορίες

Πέρα από το ενοίκιο, η Ειρήνη Γιαννοπούλου ήταν εκείνη που γέμιζε το ψυγείο, πλήρωνε τα ψώνια του σπιτιού και κάλυπτε τη μίσθωση του ολοκαίνουργιου «Άουντι» με το οποίο κυκλοφορούσε ο Νίκος Λάμπρος. Εκείνος το παρουσίαζε ως επαγγελματική ανάγκη.

«Ειρήνη, πώς θα εμφανιστώ σε συνάντηση με επενδυτές μέσα σε ένα παλιό σαράβαλο; Η εικόνα μετράει», της έλεγε κάθε φορά.

Το πιο βαρύ, όμως, δεν ήταν ούτε το αυτοκίνητο ούτε τα απλήρωτα έξοδα. Ήταν η οικογένεια του Νίκου. Η μητέρα του, η Χρυσούλα Ρήγα, και ο τριανταοκτάχρονος αδελφός του, ο Σπυρίδων Οικονόμου, ένας άνθρωπος που μονίμως «αναζητούσε τον εαυτό του». Ο Σπυρίδων δεν κατάφερνε να κρατήσει καμία δουλειά πέρα από τη δοκιμαστική περίοδο, ζητούσε συστηματικά δανεικά «μέχρι την Παρασκευή» και, φυσικά, δεν επέστρεφε ποτέ ούτε ευρώ.

Η Ειρήνη, παρ’ όλα αυτά, έκανε υπομονή. Είχε μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου το διαζύγιο αντιμετωπιζόταν σχεδόν σαν συμφορά και πίστευε ειλικρινά πως κάθε ζευγάρι περνάει δύσκολες φάσεις. Για να προστατεύσει κάπως το κοινό τους μέλλον, πριν από τρία χρόνια είχε ανοίξει έναν αποταμιευτικό λογαριασμό. Είχε συμφωνήσει με τον Νίκο να καταθέτει εκεί κάθε μήνα χίλια πεντακόσια ευρώ από τα μπόνους της, ώστε να μαζέψουν την προκαταβολή για ένα δικό τους σπίτι. Ο Νίκος είχε ορκιστεί πως θα έβαζε κι εκείνος χρήματα από τις «αμοιβές» του. Πρόσβαση στον λογαριασμό είχαν και οι δύο.

«Μήπως το πρωί ήμουν υπερβολικά σκληρή μαζί τους;» σκέφτηκε η Ειρήνη, τρίβοντας τα κουρασμένα της μάτια. «Στο κάτω κάτω, η Χρυσούλα Ρήγα είναι γυναίκα άλλης γενιάς. Ίσως απλώς θέλει να νιώθει χρήσιμη…»

Αποφάσισε πως το βράδυ θα αγόραζε μια καλή τούρτα και θα καθόντουσαν όλοι να μιλήσουν ήρεμα.

Η τύχη, όμως, είχε άλλα σχέδια.

Την Πέμπτη η Ειρήνη δούλευε από το σπίτι. Ένα ραντεβού με εργολάβο είχε ακυρωθεί, κι έτσι καθόταν στο νησί της κουζίνας, διορθώνοντας λεπτομέρειες σε ένα σχέδιο αυτόματου ποτίσματος. Ο Νίκος είχε φύγει για το κέντρο, σε ένα «πολύ σημαντικό επαγγελματικό γεύμα», ενώ η Χρυσούλα Ρήγα είχε πάει σε εμπορικό κέντρο — έχοντας πάρει, εννοείται, την πιστωτική κάρτα του γιου της, την οποία στην πραγματικότητα γέμιζε η Ειρήνη.

Το τάμπλετ του Νίκου, εκείνο ακριβώς στο οποίο η Χρυσούλα Ρήγα ήθελε να περάσει την εφαρμογή της τράπεζας, ήταν αφημένο στον καναπέ. Ξαφνικά η οθόνη άναψε και ακούστηκε ένας σύντομος ήχος ειδοποίησης. Αμέσως μετά ήρθε δεύτερος. Και τρίτος.

Η Ειρήνη σηκώθηκε για να βάλει νερό και, περνώντας, έριξε ασυναίσθητα μια ματιά στην οθόνη. Τα μηνύματα έφταναν σε μια οικογενειακή συνομιλία. Επειδή το τάμπλετ δεν ήταν κλειδωμένο, το κείμενο φαινόταν ολόκληρο.

Σπυρίδων Οικονόμου: Μαμά, τι γίνεται; Ο μεσίτης τηλεφώνησε. Θέλει να υπογράψουμε σήμερα. Η εγγύηση και ο πρώτος μήνας πρέπει να κατατεθούν μέχρι το βράδυ.

Χρυσούλα Ρήγα: Σπυράκο μου, μην αγχώνεσαι. Ο Νίκος είπε πως σήμερα θα τραβήξει το ποσό που χρειάζεται.

Σπυρίδων Οικονόμου: Και η γυναίκα-οδοστρωτήρας δεν θα το πάρει χαμπάρι; Αυτή πνίγεται για κάθε ευρώ.

Χρυσούλα Ρήγα: Πού θα πάει; Ζώο για δουλειά είναι. Ο Νίκος είπε ότι θα μεταφέρει τα χρήματα από τον αποταμιευτικό τους λογαριασμό. Θα της πει πως τα έβαλε σε μετοχές ή θα σκαρφιστεί καμιά άλλη ανοησία. Δεν καταλαβαίνει τίποτα από οικονομικά, μόνο θάμνους ξέρει να φυτεύει.

Κάτι μέσα στην Ειρήνη έσπασε, σαν λεπτό γυαλί που πέφτει σε άδειο πηγάδι και χάνεται με έναν αδύναμο ήχο. Σκούπισε τα χέρια της στην πετσέτα, πλησίασε τον καναπέ και πήρε το τάμπλετ. Τα δάχτυλά της είχαν παγώσει.

Άνοιξε τη συνομιλία και άρχισε να διαβάζει. Ήταν μια ομάδα τριών ατόμων: ο Νίκος, ο Σπυρίδων και η μητέρα τους. Η ίδια δεν υπήρχε πουθενά.

Κύλησε την οθόνη προς τα πάνω. Μήνας μετά τον μήνα. Και με κάθε καινούριο μήνυμα, το πέπλο που της σκέπαζε τα μάτια όλα αυτά τα οκτώ χρόνια τραβιόταν λίγο ακόμη.

Δεν υπήρχε καμία προκαταβολή για κοινό σπίτι. Ο αποταμιευτικός λογαριασμός, στον οποίο η Ειρήνη κατέθετε με συνέπεια κάθε μήνα τα χίλια πεντακόσια ευρώ που κέρδιζε με τον κόπο της, άδειαζε συστηματικά από τον Νίκο. Τα χρήματα πήγαιναν για να κλείνουν χρέη του Σπυρίδωνος, για πολυτελείς διακοπές της Χρυσούλας Ρήγα, για καινούργια ρολόγια του Νίκου.

Και δεν έφτανε αυτό. Τώρα ο Νίκος, ο Σπυρίδων και η πεθερά της συγκέντρωναν —με δικά της χρήματα— το ποσό για εγγύηση, αμοιβή μεσίτη και ενοίκιο ενός εντυπωσιακού τριαριού στο κέντρο, προορισμένου για τον Σπυρίδωνα.

Νίκος Λάμπρος, μήνυμα της Τρίτης: Μαμά, θα προσπαθήσω να αποσπάσω από την Ειρήνη τον κωδικό για την κύρια τραπεζική εφαρμογή της. Έτσι θα μπορέσω να βάλω απευθείας πάγια πληρωμή για το σπίτι του Σπυρίδωνα και δεν θα το προσέξει στις κινήσεις, αφού δεν τις κοιτάει ποτέ. Θα της πω ότι είναι καινούργια ιδιωτική ασφάλιση υγείας.

Η Ειρήνη άφησε το τάμπλετ κάτω. Δεν έτρεμε. Δεν έκλαιγε. Αντίθετα, μέσα στο μυαλό της απλώθηκε μια παράξενη, απόλυτη διαύγεια. Η ίδια καθαρότητα που ένιωθε όταν εντόπιζε ένα κρίσιμο λάθος σε γεωδαιτικούς υπολογισμούς και καταλάβαινε αμέσως πώς έπρεπε να διορθωθεί το ανάγλυφο για να σωθεί ολόκληρο το έργο.

Πήγε στο γραφείο, άνοιξε τον φορητό της υπολογιστή και μπήκε στην ηλεκτρονική τράπεζα. Επέλεξε τον συγκεκριμένο αποταμιευτικό λογαριασμό. Το υπόλοιπο ήταν ένα εξευτελιστικό ποσό: 340 ευρώ. Από σχεδόν πενήντα τέσσερις χιλιάδες ευρώ που είχε βάλει μέσα σε τρία χρόνια, δεν είχε απομείνει τίποτα. Στο ιστορικό συναλλαγών απλωνόταν μια ατελείωτη σειρά μεταφορών: «Στον Σπυρίδωνα για έξοδα», «Εξόφληση δανείου Σπυρίδωνα», «Για το ταξίδι της μαμάς», «Πληρωμή μεσίτη».

Με ψυχρή ακρίβεια, σχεδόν σαν χειρουργός που απομονώνει το σημείο της βλάβης, η Ειρήνη κατέβασε όλες τις κινήσεις του λογαριασμού σε αρχεία PDF.

Ψίθυροι Ζωής