“Δεν είσαι πια γυναίκα μου” — είπε ο Ανδρέας μετά την κληρονομιά πέντε εκατομμυρίων, πετώντας τα χαρτιά του διαζυγίου πάνω στο τραπέζι

Σκληρή, αηδιαστική αδικία που κόβει την ανάσα.
Ιστορίες

Η Ειρήνη γύρισε το κλειδί στη μίζα. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε, κι εκείνη έφυγε χωρίς να κοιτάξει ούτε μία φορά πίσω.

Ο Ανδρέας έμεινε ακίνητος στο πεζοδρόμιο για αρκετή ώρα, ίσως δέκα λεπτά. Οι περαστικοί τον προσπερνούσαν, αλλά εκείνος δεν τους έβλεπε. Στο τέλος, τράβηξε αργά προς τη στάση. Για ταξί δεν του έφταναν τα χρήματα. Το λεωφορείο έκανε σχεδόν δύο ώρες μέχρι την πόλη.

Κάθισε δίπλα στο παράθυρο και άφησε το βλέμμα του να χαθεί έξω. Σκεφτόταν πως μόλις έξι μήνες πριν όλα ήταν αλλιώς. Το διαμέρισμα. Η Ειρήνη Ανδρέου, που κρατούσε τους λογαριασμούς, πλήρωνε ό,τι έπρεπε να πληρωθεί, μάζευε τα κομμάτια του όταν εκείνος ξεσπούσε. Μια καθημερινότητα απλή, άχρωμη, που κάποτε τον έπνιγε.

Τώρα, όμως, γύριζε σε ένα νοικιασμένο δωμάτιο, όπου ο συγκάτοικός του μεθούσε κάθε βράδυ με φτηνό τσίπουρο και ούρλιαζε στη γυναίκα του. Εκεί όπου η βρύση έβγαζε νερό σκουριασμένο και το ψυγείο έκανε τόσο δυνατό θόρυβο, που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί.

Το κινητό του δονήθηκε. Άλλη μία ειδοποίηση για απλήρωτη οφειλή. Ο Ανδρέας το έκλεισε.

Ο Ιωάννης Παναγιωτίδης καθόταν σε ένα παγκάκι κοντά στη θάλασσα, όταν η Ειρήνη τον πλησίασε. Κοιτούσε τα νερά, σαν να περίμενε ήδη την απάντησή της.

— Τον είδες;

— Ναι.

— Του έδωσες χρήματα;

— Όχι.

Ο ηλικιωμένος έγνεψε ήρεμα.

— Καλά έκανες. Πρέπει να βρει μόνος του τον δρόμο του. Αν τα καταφέρει, θα σημαίνει πως έχει απομείνει μέσα του κάτι ανθρώπινο. Αν όχι, τότε μάλλον δεν υπήρχε ποτέ.

— Δεν ήταν εύκολο να του αρνηθώ.

— Το ξέρω. Αλλά τα κατάφερες.

Η Ειρήνη κάθισε δίπλα του. Οι γλάροι φώναζαν πάνω από τη θάλασσα. Ο αέρας ήταν παγωμένος, κι όμως εκείνη δεν ένιωθε κρύο.

— Το ξέρατε από την αρχή ότι ήταν έτσι;

— Το υποψιαζόμουν. Γι’ αυτό τον δοκίμασα. Οι άνθρωποι φανερώνονται όταν μπαίνουν στη μέση τα χρήματα. Κάποιοι γίνονται καλύτεροι. Άλλοι χειρότεροι. Ο Ανδρέας δεν άλλαξε· απλώς έγινε αυτό που ήταν πάντα. Μόνο που πριν το έκρυβε καλύτερα.

— Κι εγώ;

Ο Ιωάννης Παναγιωτίδης γύρισε και την κοίταξε.

— Εσύ έγινες ο εαυτός σου. Επιτέλους.

Πέρασαν έξι μήνες. Ένα πρωί, στο κέντρο μπήκε μια κοπέλα, νέα και φανερά τρομαγμένη. Κάθισε απέναντι από την Ειρήνη και έσφιξε τα δάχτυλά της τόσο δυνατά, που άσπρισαν οι αρθρώσεις της.

— Ο άντρας μου είπε πως είμαι βάρος. Πως βρήκε άλλη. Μου ζήτησε να φύγω μέχρι αύριο.

Η Ειρήνη της έδωσε ένα ποτήρι νερό.

— Έχετε κάποιον δικό σας;

— Μια αδελφή. Εκείνη μου είπε να έρθω εδώ.

— Ωραία. Θα φωνάξουμε αμέσως τη δικηγόρο και θα δούμε βήμα βήμα τι μπορεί να γίνει. Έχετε κοινή περιουσία;

Η κοπέλα ένευσε και τα δάκρυά της κύλησαν.

— Είκοσι χρόνια… όχι, πέντε… πέντε χρόνια τον τραβούσα από τα χρέη. Κι εκείνος…

— Ξέρω, — είπε απαλά η Ειρήνη και της κράτησε το χέρι. — Το ξέρω. Μόνο που από εδώ και πέρα δεν θα σώζετε εκείνον. Θα σώσετε εσάς. Και θα τα καταφέρετε.

Η κοπέλα σήκωσε τα μάτια. Μέσα τους υπήρχε μια ελπίδα μικρή, τρεμάμενη, αλλά ζωντανή.

— Αλήθεια;

— Αλήθεια. Το πέρασα κι εγώ. Θα το περάσετε κι εσείς.

Το βράδυ, η Ειρήνη έκλεισε το κέντρο. Έσβησε τα φώτα, κλείδωσε την πόρτα και έβγαλε το κινητό της. Υπήρχε μήνυμα από την Αλεξάνδρα Σιδέρη: «Αύριο δικάζουν τον Ανδρέα. Είναι η πρώτη ακροαματική διαδικασία. Θα πας;»

Η Ειρήνη κοίταξε την οθόνη για λίγα δευτερόλεπτα. Έγραψε μόνο: «Όχι». Ύστερα διέγραψε τη συνομιλία.

Προχώρησε προς το αυτοκίνητό της στον άδειο δρόμο. Τα φώτα των στύλων έριχναν θαμπό φως στην άσφαλτο. Κάπου μακριά ακουγόταν η θάλασσα. Δεν σκεφτόταν τον Ανδρέα. Ούτε τι θα έλεγε στο δικαστήριο για να δικαιολογηθεί. Ούτε πώς ζούσε τώρα.

Σκεφτόταν την κοπέλα που είχε περάσει σήμερα την πόρτα της. Κι εκείνη που θα ερχόταν αύριο. Και όλες όσες δεν είχαν μάθει ακόμη πως δεν είναι υποχρεωμένες να αποτελούν βάρος στη ζωή κάποιου άλλου. Πως μπορούν να είναι ολόκληρη ζωή μέσα στη δική τους.

Η Ειρήνη έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και πήρε τον δρόμο για το σπίτι της — το μικρό διαμέρισμα που είχε αγοράσει μόνη της, με θέα στο νερό. Εκεί δεν την περίμενε κανείς. Κι αυτό, πια, της φαινόταν γαλήνη.

Γιατί η μοναξιά χωρίς ταπείνωση είναι προτιμότερη από είκοσι χρόνια δίπλα σε έναν άνθρωπο που σε βλέπει σαν άγκυρα.

Ψίθυροι Ζωής