“Δεν είσαι πια γυναίκα μου” — είπε ο Ανδρέας μετά την κληρονομιά πέντε εκατομμυρίων, πετώντας τα χαρτιά του διαζυγίου πάνω στο τραπέζι

Σκληρή, αηδιαστική αδικία που κόβει την ανάσα.
Ιστορίες

Ο ίδιος σωριάστηκε στο πάτωμα, στη μέση του σαλονιού, σαν να μην είχε πια δύναμη ούτε να φτάσει μέχρι τον καναπέ. Το κινητό δεν σταματούσε. Πρώτα η αντιπροσωπεία αυτοκινήτων. Ύστερα το κατάστημα με τα ρούχα. Μετά, ξανά, το εστιατόριο.

Τρεις μέρες αργότερα έφτασε η πρώτη κλήση από το δικαστήριο. Δεν πέρασε πολύ και ακολούθησε δεύτερη.

Οι γνωστοί του άρχισαν να εξαφανίζονται. Όσοι μόλις χθες σήκωναν ποτήρια στην υγειά του, τώρα άφηναν τις κλήσεις να χτυπούν μέχρι τέλους. Ένας του έστειλε ένα ψυχρό μήνυμα: «Συγγνώμη, έχω δουλειά». Κάποιος άλλος τον μπλόκαρε χωρίς εξηγήσεις.

Ο Ανδρέας Σιδέρης πούλησε πρώτα το ρολόι του. Έπειτα το παλτό. Προσπάθησε να επιστρέψει τα κοστούμια στο μαγαζί, όμως δεν τα δέχτηκαν· τα είχε ήδη φορέσει. Το διαμέρισμα πουλήθηκε μέσα σε δύο εβδομάδες. Η Ειρήνη Ανδρέου είχε αναθέσει τη διαδικασία σε μεσιτικό γραφείο, όλα είχαν γίνει καθαρά και νόμιμα.

Εκείνος νοίκιασε ένα δωμάτιο στην άκρη της πόλης. Οι ταπετσαρίες ξεκολλούσαν από τους τοίχους, από τη βρύση έτρεχε καφετί νερό, και κάθε βράδυ οι γείτονες καβγάδιζαν πίσω από τον λεπτό τοίχο.

Μια μέρα, στον δρόμο, συνάντησε έναν από τους παλιούς του φίλους — εκείνον που στο γλέντι φώναζε πιο δυνατά απ’ όλους τις προπόσεις. Ο άνθρωπος τον κοίταξε για μια στιγμή, πέρασε απέναντι και έκανε πως δεν τον αναγνώρισε.

Η Ειρήνη άνοιξε το κέντρο της έναν μήνα αργότερα. Ήταν ένας μικρός χώρος σε μια παραθαλάσσια πόλη, εκεί όπου ζούσε ο παππούς Ιωάννης Παναγιωτίδης. Εκεί άρχισαν να έρχονται γυναίκες που τις είχαν εγκαταλείψει, γυναίκες στις οποίες είχαν πει πως «δεν κάνουν», πως είναι βάρος, πως εμποδίζουν τους άλλους να προχωρήσουν.

Προσέλαβε έναν δικηγόρο και μια ψυχολόγο. Η ίδια αναλάμβανε τις συναντήσεις. Μιλούσε στις γυναίκες για το πώς να προστατεύουν τα χρήματά τους, πώς να μην επιτρέπουν σε κανέναν να τις εκμεταλλεύεται, πώς να μη φοβούνται τους αριθμούς, τα συμβόλαια και τους νόμους.

Ο παππούς Ιωάννης ερχόταν κάθε Πέμπτη. Καθόταν ήσυχα σε μια γωνιά και άκουγε. Κάποια φορά, όταν τελείωσε μια συμβουλευτική συνάντηση, την πλησίασε.

— Δεν το μετανιώνεις που δεν του έδωσες άλλη μια ευκαιρία;

— Είκοσι χρόνια έπαιρνε ευκαιρίες από εμένα. Ήρθε η ώρα να τις δώσει μόνος του στον εαυτό του.

— Σωστά το βλέπεις.

Ο Ανδρέας την εντόπισε τέσσερις μήνες μετά. Ταξίδεψε ως την παραθαλάσσια πόλη μόνο γι’ αυτό. Την περίμενε έξω από την είσοδο του κέντρου.

— Ειρήνη.

Εκείνη βγήκε, τον είδε — αδυνατισμένο, με παλιό μπουφάν, αξύριστο. Σταμάτησε τρία βήματα μακριά του.

— Τι θέλεις;

— Να μιλήσουμε. Πρέπει να…

— Θέλεις χρήματα;

Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν σε γροθιές.

— Έχω φτάσει στον πάτο. Με τρέχουν στα δικαστήρια για χρέη. Τα έχασα όλα.

— Και τι περιμένεις να κάνω εγώ;

— Να με βοηθήσεις. Πάντα με βοηθούσες.

Η Ειρήνη τον κοίταξε για ώρα. Άλλοτε θα χαμήλωνε το βλέμμα, θα έκανε πίσω, θα σιωπούσε. Άλλοτε θα ένιωθε ενοχές που στεκόταν τόσο σκληρή.

— Εσύ ο ίδιος είπες πως είμαι βαρίδι. Πως σε τραβάω προς τα κάτω. Λοιπόν, Ανδρέα, τώρα βρίσκεσαι στον πάτο χωρίς εμένα. Και αυτό δεν είναι δικό μου πρόβλημα.

— Ειρήνη, κατάλαβέ με, ήμουν ανόητος…

— Ήσουν; Όχι. Παραμένεις. Η διαφορά είναι πως τότε είχες εμένα. Τώρα δεν έχεις κανέναν.

Προχώρησε προς το αυτοκίνητο. Ο Ανδρέας άπλωσε το χέρι και την άρπαξε από τον καρπό.

— Σε παρακαλώ. Έστω κάτι μικρό. Δεν είμαι ξένος.

Η Ειρήνη τράβηξε το χέρι της και ελευθερώθηκε. Τον κοίταξε ίσια στα μάτια.

— Ξένος είσαι. Έγινες ξένος τη στιγμή που είπες πως δεν σου ταιριάζω. Όταν με έδιωξες με μια βαλίτσα. Όταν καθόσουν στο εστιατόριο και χαιρόσουν που επιτέλους ήσουν ελεύθερος. Το θυμάσαι; Το ανέβασες και στα κοινωνικά δίκτυα.

Ο Ανδρέας δεν απάντησε.

— Είκοσι χρόνια σε έβγαζα από κάθε λάκκο όπου έπεφτες. Ούτε μία φορά δεν είπες ευχαριστώ. Έλεγες πως είμαι βαρετή, πως είμαι κουραστική, πως εξαιτίας μου δεν μπορείς να ανοίξεις τα φτερά σου. Και μόλις φάνηκαν χρήματα — ή μάλλον μόλις πίστεψες πως φάνηκαν — το πρώτο που έκανες ήταν να με πετάξεις έξω από τη ζωή σου.

— Έκανα λάθος.

— Όχι. Απλώς έδειξες ποιος είσαι. Και ο Ιωάννης Παναγιωτίδης το κατάλαβε.

Μπήκε στο αυτοκίνητο. Ο Ανδρέας έμεινε στο πεζοδρόμιο με τα σαγόνια σφιγμένα.

— Δηλαδή τελείωσε;

— Ναι. Είχε τελειώσει από τη στιγμή που μου είπες να μαζέψω τα πράγματά μου.

Ψίθυροι Ζωής