χρήματα χρειάζομαι τώρα, κι εσύ μου μιλάς για μαθήματα;» της είχε πει. Εκείνο το περίφημο σχέδιό του κατέρρευσε μόλις δυο εβδομάδες αργότερα.
Το ίδιο βράδυ, η Αλεξάνδρα Σιδέρη της έδειξε την οθόνη του κινητού της. Ο Ανδρέας Σιδέρης είχε ανεβάσει φωτογραφία στα κοινωνικά δίκτυα: καθόταν σε εστιατόριο, σε τραπέζι στρωμένο για είκοσι άτομα, κρατώντας ένα ποτήρι αφρώδες κρασί. Από κάτω είχε γράψει: «Η ζωή επιτέλους μου χαμογέλασε. Ελεύθερος και πλούσιος».
Η Ειρήνη Ανδρέου της επέστρεψε το τηλέφωνο χωρίς να σχολιάσει. Δεν της βγήκε ούτε μία λέξη.
Οκτώ ημέρες μετά, έφτασε ειδοποίηση από συμβολαιογράφο. «Απαιτείται άμεση παρουσία για υπόθεση κληρονομιάς του αποβιώσαντος Ιωάννη Παναγιωτίδη. Αύριο στις δέκα το πρωί».
Η Ειρήνη παρουσιάστηκε με αυστηρό κοστούμι, κρατώντας τον εαυτό της όρθιο με το ζόρι. Ο συμβολαιογράφος άνοιξε την πόρτα του γραφείου. Και εκεί, δίπλα στο παράθυρο, καθόταν ο θείος Ιωάννης. Ζωντανός.
— Κάθισε, Ειρήνη.
Εκείνη έμεινε ακίνητη στο κατώφλι.
— Μα… εσείς…
— Δεν πέθανα, παιδί μου. Έκανα μια δοκιμή στον εγγονό μου. Άφησα να κυκλοφορήσει η φήμη για τον θάνατό μου και για την κληρονομιά. Ήθελα να δω πώς θα φερθεί.
Η Ειρήνη κάθισε στην καρέκλα. Τα πόδια της είχαν κοπεί.
— Φανερώθηκε από την πρώτη στιγμή, — είπε ο Ιωάννης Παναγιωτίδης ήρεμα, σχεδόν ψυχρά. — Τρεις μέρες πριν απ’ όλα αυτά με πήρε τηλέφωνο. Με ρώτησε πότε σκοπεύω επιτέλους να του αδειάσω τη γωνιά. Είπε πως η γυναίκα του είναι βάρος. Πως περιμένει τα λεφτά για να αρχίσει, όπως το έθεσε, μια κανονική ζωή.
Η Ειρήνη δεν αποκρίθηκε.
— Εσένα σε είχα δει μία φορά. Πριν από εννέα χρόνια, σε μια γιορτή στους γείτονες. Βοήθησες μια άγνωστη ηλικιωμένη να κουβαλήσει τις σακούλες της μέχρι την είσοδο. Ο Ανδρέας τότε καθόταν και διαλαλούσε σε όλους τι σπουδαίος επιχειρηματίας ήταν. Εσύ δεν μιλούσες. Ύστερα ήπιε παραπάνω τσίπουρο και άρχισε τις κομπορρημοσύνες. Τον πήρες από εκεί ήσυχα, χωρίς φωνές, χωρίς σκηνές. Αυτό δεν το ξέχασα.
Ο ηλικιωμένος άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε έναν φάκελο.
— Στη διαθήκη μου υπήρχε ένας όρος. Παλιός, γραμμένος σχεδόν είκοσι χρόνια πριν. Αν ο κληρονόμος αποδείκνυε ηθική εξαχρείωση, όλη η περιουσία θα περνούσε στο πρόσωπο που θα όριζα με ξεχωριστή επιστολή. Εκείνη την επιστολή την ανανέωσα πριν από εννέα χρόνια. Έγραψα το δικό σου όνομα.
Ακούμπησε τον φάκελο μπροστά της.
— Όλα ανήκουν πλέον σε σένα. Διαμερίσματα, λογαριασμοί, γη. Ο Ανδρέας δεν θα πάρει τίποτα.
— Γιατί εγώ;
— Επειδή εσύ δεν περίμενες να πεθάνω. Για την ακρίβεια, δεν με είχες καν στον νου σου. Ο Ανδρέας όμως περίμενε. Και έδειξε τι άνθρωπος είναι.
Στις δύο το μεσημέρι τηλεφώνησαν στον Ανδρέα από την αντιπροσωπεία αυτοκινήτων. Μια ευγενική ανδρική φωνή τον ενημέρωσε ότι η αγορά δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί, επειδή η κάρτα δεν περνούσε.
— Πώς δεν περνάει; Εκεί μέσα υπάρχουν πέντε εκατομμύρια ευρώ!
— Κύριε Σιδέρη, ο λογαριασμός έχει δεσμευτεί κατόπιν απόφασης του κατόχου της κληρονομιαίας περιουσίας.
— Εγώ είμαι ο κάτοχος!
— Όχι. Όχι πλέον.
Ο Ανδρέας έκλεισε απότομα. Κάλεσε τον παππού του. Ο αριθμός δεν ήταν διαθέσιμος. Πήρε ταξί, πληρώνοντας με τα τελευταία χρήματα που είχαν απομείνει στην κάρτα του, και έτρεξε στο γραφείο του συμβολαιογράφου.
Του τα εξήγησαν μέσα σε τρία λεπτά. Όρος στη διαθήκη. Έλεγχος χαρακτήρα. Αποτυχία. Η Ειρήνη Ανδρέου ήταν πια η μοναδική κληρονόμος.
— Με δουλεύετε; Αυτή η άχρωμη γυναίκα;
Ο συμβολαιογράφος σήκωσε το βλέμμα.
— Περάστε έξω. Διαφορετικά θα καλέσω την ασφάλεια.
Ο Ανδρέας βγήκε στον δρόμο σαν κυνηγημένος. Όλα γύρω του άρχισαν να γυρίζουν. Το καινούριο παλτό του ξαφνικά του φάνηκε ξένο. Το ρολόι στον καρπό του βαρύ, γελοίο, άχρηστο. Θυμήθηκε το χθεσινό γλέντι. Πόσα είχε σκορπίσει; Όλα με πίστωση, όλα πάνω στην υπόσχεση της κληρονομιάς.
Θυμήθηκε το εισαγόμενο αυτοκίνητο που είχε παραγγείλει. Τα κοστούμια. Το εστιατόριο όπου είχε ανοίξει λογαριασμό.
Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν από το εστιατόριο. Ζητούσαν να καταβληθεί η προκαταβολή για το τραπέζι.
— Αυτή τη στιγμή δεν έχω…
— Τότε θα κινηθούμε νομικά.
Η γραμμή έκλεισε.
Ο Ανδρέας γύρισε στο διαμέρισμα. Ήταν άδειο· η Ειρήνη είχε πάρει μόνο ό,τι της ανήκε.
