Λίγο αργότερα χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν η Άννα Ανδρέου.
— Κυρία Οικονόμου, το πρακτικό έχει αποσταλεί σε όλους τους συμμετέχοντες. Ο Δημήτριος Σπυρόπουλος επιβεβαίωσε ότι το έλαβε. Στο εταιρικό e-mail έστειλε και επιστολή, ζητώντας να ακυρωθεί η συνεδρίαση, με το επιχείρημα ότι «μια οικογενειακή διαφωνία δεν αφορά την επιχείρηση».
— Απαντήστε με το τυποποιημένο κείμενο.
— Το έκανα ήδη. Του έγραψα ότι το αντικείμενο της εξέτασης είναι η φθορά περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας, η παραβίαση του κανονισμού πρόσβασης και οι όροι της συμφωνίας προαίρεσης.
— Ευχαριστώ.
— Υπάρχει και κάτι ακόμη. Οι εργαζόμενοι ρωτούν αν αύριο θα γίνει η πρωινή σύσκεψη.
Έριξα μια ματιά στο ημερολόγιο. Η παρουσίαση στους επενδυτές ήταν προγραμματισμένη για τις δέκα. Ο κόσμος δεν είχε σταματήσει να κινείται. Το έργο δεν είχε εξαφανιστεί. Η ομάδα περίμενε κατεύθυνση.
— Θα γίνει, απάντησα. Κανονικά, στην ώρα της.
Την επόμενη ημέρα ο Δημήτριος εμφανίστηκε τελικά.
Στις οκτώ και σαράντα οκτώ στεκόταν μπροστά στις μπάρες εισόδου, στο ισόγειο του επιχειρηματικού κέντρου, και ακουμπούσε την κάρτα του στον αναγνώστη. Μία φορά. Δεύτερη. Τρίτη.
Κόκκινη ένδειξη.
Ο φύλακας πίσω από τον πάγκο τού είπε με ήρεμη ευγένεια:
— Η πρόσβασή σας δεν είναι ενεργή.
Τότε ο Δημήτριος με είδε δίπλα στο ασανσέρ.
— Μαρία!
Σταμάτησα. Δίπλα μου βρίσκονταν δύο προγραμματιστές και ένας διαχειριστής έργου. Και οι τρεις προσποιήθηκαν αμέσως ότι είχαν βυθιστεί στις οθόνες των κινητών τους.
— Δεν συζητώ εταιρικά ζητήματα στο λόμπι, είπα.
— Αποφάσισες να με ξεφτιλίσεις;
— Ήρθα στη δουλειά.
— Κι εγώ.
— Εσύ δεν έχεις άδεια εισόδου.
— Αυτή είναι η δική μου εταιρεία!
— Είχες δικαίωμα να αποκτήσεις πακέτο προαίρεσης δεκαοκτώ τοις εκατό. Το δικαίωμα αυτό έπαψε να ισχύει με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας που υπέγραψες.
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου, αλλά ο φύλακας σηκώθηκε αμέσως από τη θέση του.
Ο Δημήτριος το πρόσεξε.
— Έβαλες την ασφάλεια να με κυνηγάει;
— Εφαρμόζω τον κανονισμό πρόσβασης.
— Μαρία, αρκετά πια. Παραφέρθηκα. Και η μητέρα μου το ίδιο. Ξέρεις όμως πώς είναι. Άλλη γενιά. Δύσκολος χαρακτήρας.
— Ο χαρακτήρας δεν δίνει σε κανέναν δικαίωμα να καταστρέφει εταιρική περιουσία.
— Θα σου αγοράσω άλλο λάπτοπ.
— Στην εταιρεία θα το αγοράσεις. Και ούτε έτσι κλείνει το θέμα.
Χαμήλωσε τη φωνή του.
— Τι θέλεις από μένα;
— Γραπτές εξηγήσεις. Επιστροφή όλων των καρτών πρόσβασης. Παράδοση κάθε επαγγελματικού μέσου αποθήκευσης που έχεις στην κατοχή σου. Και καμία επικοινωνία με εργαζομένους χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον νομικό μας σύμβουλο.
— Μου μιλάς σαν να είμαι ξένος.
— Στην εταιρεία, αυτή τη στιγμή, είσαι αντίδικος σε υπόθεση διαφοράς.
Κοίταξε πρώτα τους ανθρώπους που στέκονταν κοντά μας. Ύστερα τον φύλακα. Μετά την μπάρα που δεν άνοιγε.
Μέχρι χθες πίστευε ακόμη πως θα έτρεχα να σώσω την εικόνα της οικογένειας. Σήμερα αναγκαζόταν να προστατεύσει τη δική του.
Έβγαλε από την τσέπη την κάρτα πρόσβασης και την άφησε στον πάγκο.
— Πάρτε την.
— Και τη δεύτερη, είπα.
Πάγωσε.
— Ποια δεύτερη;
— Την παλιά, τη μαύρη. Εκείνη που κρατούσες χθες στην αίθουσα συσκέψεων.
Ο φύλακας τον παρατήρησε πιο προσεκτικά.
Ο Δημήτριος έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του και έβγαλε άλλη μία κάρτα. Χωρίς λέξη. Την ακούμπησε δίπλα στην πρώτη.
Δύο μικρά κομμάτια πλαστικό. Όλη η εξουσία που είχε νομίσει πως κατείχε τους τελευταίους μήνες.
Μπήκα στο ασανσέρ και ανέβηκα στον ένατο όροφο. Στην αίθουσα συνεδριάσεων η ομάδα είχε ήδη συγκεντρωθεί. Στην οθόνη ήταν ανοιχτό το δοκιμαστικό περιβάλλον. Οι επενδυτές συνδέονταν μέσω ασφαλούς συνδέσμου.
Ο Σωτήριος Μαυρογιάννης με ρώτησε:
— Ξεκινάμε;
— Ξεκινάμε.
Η παρουσίαση κύλησε καθαρά, χωρίς παρεκκλίσεις. Χωρίς τον Δημήτριο. Χωρίς τις θορυβώδεις παρεμβάσεις του. Χωρίς τις αγαπημένες του ατάκες περί «γυναικείας διοίκησης» και «ήπιας δύναμης της Μαρίας». Μίλησαν εκείνοι που είχαν πράγματι χτίσει το προϊόν: οι προγραμματιστές, η αναλύτρια, ο υπεύθυνος υλοποίησης. Έκλεισα τη συνάντηση με συμφωνία για το επόμενο στάδιο.
Όταν τερματίστηκε η κλήση, στην αίθουσα έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα μια σιωπή εργασίας. Συγκεντρωμένη. Απαραίτητη.
— Κυρία Οικονόμου, είπε ο Χρήστος Γιαννόπουλος, ετοίμασα νέο πίνακα δικαιωμάτων πρόσβασης. Αυτή τη φορά χωρίς εξαιρέσεις για συγγενείς της διοίκησης.
— Πολύ καλά. Θα το φέρουμε προς έγκριση.
Μέχρι το μεσημέρι ο Δημήτριος είχε στείλει ένα μακροσκελές e-mail. Περιείχε παράπονα, κατηγορίες, υπαινιγμούς για την κοινή μας ζωή, μια ξεχωριστή παράγραφο για την «ασέβεια προς τη μητέρα του» και απαίτηση να του επιστραφεί το «νόμιμο μερίδιό» του.
Η Άννα Ανδρέου μού προώθησε το σχέδιο απάντησης.
Στεγνό. Ακριβές. Χωρίς συναίσθημα.
«Ο Δημήτριος Σπυρόπουλος δεν διαθέτει καταχωρισμένη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο. Το δικαίωμα απόκτησης πακέτου προαίρεσης έχει παύσει λόγω επέλευσης των όρων που προβλέπονται στη σχετική συμφωνία. Κάθε περαιτέρω επικοινωνία παρακαλούμε να γίνεται μέσω εκπροσώπου».
Το διάβασα και απάντησα: «Εγκρίνεται».
Το βράδυ πέρασα από το γραφείο μου. Όχι από το σπίτι. Από το γραφείο συγκεκριμένα. Έπρεπε να πάρω το έντυπο αντίγραφο της σύμβασης με τον επενδυτή.
Πάνω στο γραφείο βρισκόταν ένας καινούργιος εφεδρικός φορητός υπολογιστής. Μαύρος, χωρίς αυτοκόλλητα, καθαρός. Ο Χρήστος Γιαννόπουλος είχε ήδη ρυθμίσει όλες τις προσβάσεις. Δίπλα του υπήρχε ένα σημείωμα: «Τα αρχεία αποκαταστάθηκαν. Οι κίνδυνοι έκλεισαν».
Πέρασα το δάχτυλό μου στην άκρη του καπακιού. Απλώς για να δω αν κλείνει σωστά. Ύστερα άνοιξα το ημερολόγιο.
Αύριο — συνάντηση με τον δικηγόρο για τον γάμο.
Μεθαύριο — συνέλευση των εταίρων για αλλαγή του κανονισμού πρόσβασης επισκεπτών.
Σε μία εβδομάδα — αποτίμηση της ζημιάς και εξώδικη απαίτηση προς τη Βασιλική Βλάχος.
Σε έναν μήνα — έλεγχος όλων των διοικητικών αρμοδιοτήτων.
Παλιότερα θα το έλεγα δύσκολη περίοδο. Τώρα το ονόμαζα αλλιώς: τακτοποίηση.
Ο Δημήτριος είχε προσπαθήσει να καταλάβει τη θέση μου μέσα από την κούραση, τη συγγένεια και τα χέρια άλλων. Πίστευε ότι, αν η μητέρα του πετούσε τον υπολογιστή μου στο πάτωμα, εγώ θα άρχιζα να απολογούμαι, να παρακαλώ να μη μπερδέψουμε το σπίτι με τη δουλειά, να τον ικετεύω να μη φέρνει τα οικογενειακά μέσα στο γραφείο.
Σε ένα πράγμα είχε κάνει λάθος.
Ήξερα από καιρό να ξεχωρίζω το προσωπικό από το εταιρικό. Απλώς άργησα υπερβολικά να το εφαρμόσω στον ίδιο μου τον σύζυγο.
Το τελευταίο μήνυμά του ήρθε αργά το βράδυ.
«Με άφησες χωρίς τίποτα».
Κοίταξα τη φράση και, για πρώτη φορά μέσα στη μέρα, ανάσανα ήρεμα.
Δεν τον άφησα εγώ χωρίς τίποτα. Μόνος του ακούμπησε στο πάτωμα το μελλοντικό του μερίδιο, όταν αποφάσισε πως ο δικός μου κόπος μπορούσε να σπάσει με ξένα χέρια.
Έκλεισα την οθόνη του υπολογιστή, πήρα τη σύμβαση και βγήκα από το γραφείο προς το ασανσέρ. Πίσω από τον γυάλινο τοίχο έμενε η εταιρεία που δεν προσποιούνταν πια πως ήταν οικογενειακή κουζίνα.
