Δεν λυγίσαμε.
Μόλις ολοκληρώθηκε η συνεδρίαση, η Άννα Ανδρέου εκτύπωσε τα πρακτικά. Έβαλα την υπογραφή μου. Υπέγραψε και ο Ιωάννης Σταματιάδης. Το ίδιο έκανε ο Σωτήριος Μαυρογιάννης. Ο Χρήστος Γιαννόπουλος επισύναψε την τεχνική του αναφορά.
Λίγα λεπτά αργότερα, στην οθόνη του υπολογιστή εργασίας του Δημήτριου, μέσα στο γραφείο του, εμφανίστηκε το τυπικό μήνυμα του συστήματος: «Ο λογαριασμός έχει απενεργοποιηθεί από τον διαχειριστή».
Το είδε με τα ίδια του τα μάτια.
Εγώ στεκόμουν στο κατώφλι. Δεν τον πίεζα. Δεν ύψωσα τη φωνή μου.
Πάνω στο γραφείο του υπήρχαν τρεις θήκες για επαγγελματικές κάρτες, ένα ακριβό στυλό, ένα πρεσαπιέ με το λογότυπο της εταιρείας και μια στοίβα παρουσιάσεων στις οποίες είχε αλλάξει μόνος του τον τίτλο του σε «επιχειρησιακός εταίρος». Κάποτε έκανα πως δεν το έβλεπα. Πάντα υπήρχε πολλή δουλειά. Πολλά έργα. Και μια παλιά, κακή συνήθεια να στρογγυλεύω τις γωνίες.
Τώρα, κάθε τέτοια λεπτομέρεια έμοιαζε με αποδεικτικό στοιχείο.
— Για ένα λάπτοπ διαλύεις την οικογένειά μας, είπε ο Δημήτριος.
— Όχι. Το λάπτοπ απλώς με έκανε να δω ολόκληρο το σχέδιο.
— Ποιο σχέδιο;
— Την πίεση στο σπίτι. Την πίεση στο γραφείο. Τις συζητήσεις με υπαλλήλους πίσω από την πλάτη μου. Την προσπάθεια να αποκτήσεις πρόσβαση σε κλειστό υλικό. Και τη σημερινή παράσταση με τη Βασιλική Βλάχος.
Χτύπησε την παλάμη του πάνω στο γραφείο. Όχι δυνατά. Περισσότερο για να ακουστεί ο θόρυβος.
— Είναι ηλικιωμένη γυναίκα!
— Είναι ενήλικο και ικανό πρόσωπο που μπήκε στα γραφεία με τη δική σου κάρτα εισόδου.
— Θέλεις να τη σύρεις στα δικαστήρια;
— Θέλω να προστατεύσω την εταιρεία.
— Η εταιρεία είμαι κι εγώ!
— Όχι πια.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατάλαβε.
Όχι όταν το λάπτοπ βρέθηκε σπασμένο στο πάτωμα. Όχι όταν ο Νίκος Πανταζής στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Ούτε όταν η νομικός διάβασε τη σχετική ρήτρα της σύμβασης.
Το κατάλαβε σε εκείνες τις δύο λέξεις.
Όχι πια.
Το κινητό του άρχισε να δονείται. Μία φορά. Ύστερα δεύτερη. Μετά τρίτη. Έριξε μια ματιά στην οθόνη και γύρισε απότομα το κεφάλι του. Τελικά, όμως, άνοιξε την ειδοποίηση.
Μήνυμα από τη γραμματεία της εταιρείας.
«Ειδοποίηση περί παύσης συμμετοχής στο πρόγραμμα προαίρεσης».
Αμέσως μετά ήρθε μήνυμα από την υπηρεσία ασφαλείας.
«Οι προσβάσεις έχουν αποκλειστεί».
Και κατόπιν από το τμήμα προσωπικού.
«Απόφαση απομάκρυνσης από την άσκηση καθηκόντων για όσο διαρκεί η εσωτερική έρευνα».
Ο Δημήτριος κάθισε αργά στην καρέκλα του. Χωρίς θεατρικότητα. Απλώς επειδή, ξαφνικά, το να στέκεται όρθιος είχε γίνει δύσκολο.
— Μαρία, είπε με άλλη πια φωνή. Ας το συζητήσουμε στο σπίτι.
— Θα μιλήσουμε μέσω δικηγόρων.
— Μιλάς σοβαρά;
— Ναι.
— Είμαι ο άντρας σου.
— Προς το παρόν. Τα έγγραφα για τη λύση του γάμου θα κατατεθούν χωριστά.
Προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά το πρόσωπό του δεν άντεξε την προσπάθεια.
— Άρα τα αποφάσισες όλα.
— Εσύ τα αποφάσισες το πρωί, όταν είπες: «Η μαμά έσπασε το ανόητο λάπτοπ σου». Απλώς δεν κατάλαβες ότι δεν ήταν το λάπτοπ αυτό που έσπασε.
Δεν απάντησε.
Από τον διάδρομο ακούγονταν η Βασιλική Βλάχος και ο Νίκος Πανταζής να διαφωνούν. Οι φράσεις έφταναν κομμένες.
— Είμαι η μητέρα του αναπληρωτή!
— Παρακαλώ, περάστε προς την έξοδο.
— Είμαι ηλικιωμένη γυναίκα!
— Παρακαλώ, προς την έξοδο.
Βγήκα στον διάδρομο.
Μόλις με είδε, ίσιωσε αμέσως την πλάτη της.
— Λοιπόν; Χόρτασες παιχνίδια; Τώρα θα σε αναλάβει ο Δημήτριος.
— Ο Δημήτριος δεν είναι πλέον αναπληρωτής διευθυντής.
Το πρόσωπό της πάγωσε.
— Τι είπες;
— Τέθηκε σε απομάκρυνση. Το πακέτο προαίρεσης ακυρώθηκε. Οι προσβάσεις του έκλεισαν. Για εσάς θα ετοιμαστεί αξίωση αποζημίωσης για τον εξοπλισμό που καταστράφηκε.
— Για ένα παλιοσίδερο;
— Για πράξεις. Το παλιοσίδερο, όπως το λέτε, απλώς βοήθησε να καταγραφούν.
Έσφιξε το λουρί της τσάντας της.
— Δεν θα τολμήσεις να φερθείς έτσι στην οικογένεια.
— Στο γραφείο δεν υπάρχει οικογένεια. Υπάρχουν θέσεις, περιουσία, δικαιώματα πρόσβασης και ευθύνη.
— Και ποια νομίζεις πως είσαι χωρίς τον γιο μου;
Γύρισα το βλέμμα μου προς την επιγραφή στον τοίχο. ΙΚΕ «ΚέδροςSoft». Κάτω της υπήρχε μια μικρή μεταλλική πινακίδα: «Γενική Διευθύντρια — Μαρία Οικονόμου».
Δεν ήταν διακοσμητική. Δεν ήταν επίδειξη ματαιοδοξίας. Ήταν απλώς γεγονός.
— Η γενική διευθύντρια, απάντησα.
Ο Νίκος Πανταζής άνοιξε μπροστά στη Βασιλική Βλάχος την πόρτα που οδηγούσε στο χολ των ανελκυστήρων. Εκείνη ετοιμάστηκε να πει κάτι ακόμη, αλλά τότε ο Δημήτριος βγήκε από το γραφείο του κρατώντας ένα κουτί.
Μέσα είχε τα προσωπικά του αντικείμενα: δύο βιβλία διοίκησης, έναν φορτιστή, ακουστικά, μια ξύλινη βάση για κινητό. Πάνω πάνω βρισκόταν η ίδια εκείνη θήκη επαγγελματικών καρτών με την ένδειξη «επιχειρησιακός εταίρος», την οποία είχε παραγγείλει χωρίς καμία έγκριση.
Η Βασιλική Βλάχος κοίταξε το κουτί. Μετά τον γιο της.
— Δημήτριε;
Εκείνος δεν την κοίταξε.
— Πάμε, μητέρα.
Στο χολ των ανελκυστήρων γύρισε προς το μέρος μου.
— Θα το μετανιώσεις.
— Οποιαδήποτε απαίτηση γραπτώς, είπα.
Οι πόρτες του ασανσέρ έκλεισαν.
Επέστρεψα στην αίθουσα συσκέψεων. Στην ίδια αίθουσα. Τα θραύσματα είχαν ήδη απομακρυνθεί από το τραπέζι. Ένας ειδικός της υπηρεσίας ασφαλείας είχε τοποθετήσει εκεί έναν εφεδρικό φορητό υπολογιστή. Ο Σωτήριος Μαυρογιάννης είχε ανοίξει στην οθόνη τον πίνακα επαναφοράς του έργου.
— Ο κώδικας είναι άθικτος, είπε. Τα αποθετήρια είναι καθαρά. Τα κλειδιά εκδόθηκαν ξανά. Τα υλικά της πατέντας ανακτήθηκαν από το αποθηκευτικό σύστημα. Χάσαμε μόνο το περίβλημα και δυο ώρες δουλειάς.
— Όχι μόνο το περίβλημα, απάντησα.
Κατάλαβε. Και δεν ρώτησε τίποτε παραπάνω.
Προς το βράδυ ήρθε ο εξωτερικός δικηγόρος. Ήταν ένας ήρεμος άντρας, με έναν λεπτό φάκελο στο χέρι και με τη συνήθεια να κάνει σύντομες, ακριβείς ερωτήσεις. Εξέτασε την καταγραφή, τα αρχεία πρόσβασης, τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου, τη συμφωνία προαίρεσης και την πράξη καταστροφής του εξοπλισμού.
— Στο θέμα της προαίρεσης η θέση σας είναι ισχυρή, είπε. Και ως προς τη ζημία επίσης. Στο εργασιακό κομμάτι χρειάζεται προσοχή: απομάκρυνση, έρευνα, εξηγήσεις, απόφαση. Χωρίς περιττές διατυπώσεις.
— Δεν θα υπάρξουν περιττές διατυπώσεις.
— Ωραία. Και ως προς το οικογενειακό σκέλος;
Έβγαλα έναν ακόμη φάκελο. Μέσα υπήρχαν αντίγραφα των εγγράφων του διαμερίσματος, κινήσεις προσωπικών τραπεζικών λογαριασμών και ένα προσχέδιο αίτησης για λύση γάμου.
— Ξεχωριστά, είπα. Χωρίς σύνδεση με την εταιρεία.
Ο δικηγόρος ένευσε.
— Σωστά.
Το ίδιο βράδυ ο Δημήτριος μού έστειλε το πρώτο μήνυμα.
«Πρέπει να ηρεμήσουμε».
Δεν απάντησα.
Ένα λεπτό αργότερα ήρθε δεύτερο.
«Η μαμά είναι ταραγμένη».
Ούτε τότε απάντησα.
Ύστερα ήρθε και τρίτο.
«Δεν μπορείς να σβήσεις έτσι είκοσι χρόνια».
Κοίταξα την οθόνη και απενεργοποίησα τις ειδοποιήσεις μέχρι το πρωί. Όχι τον αριθμό. Ήταν ακόμη νωρίς γι’ αυτό. Τις ειδοποιήσεις, όμως, ναι.
