Η Δήμητρα Νικολάου ήταν η τελευταία που βγήκε από το ΚΕΠ. Στα τζάμια της διπλανής εφορίας καθρεφτίζονταν ήδη τα φώτα του δρόμου, ενώ πίσω της ο φύλακας γύρισε το κλειδί στη γυάλινη πόρτα.
Μέσα στην τσάντα της είχε την απόφαση διορισμού της στη θέση της προϊσταμένης τομέα. Ο υπάλληλος του προσωπικού την είχε συγχαρεί τυπικά, σχεδόν ψυχρά, και η διευθύντριά της, αφού της έσφιξε το χέρι, έσπευσε αμέσως να της υπενθυμίσει τις καινούργιες ευθύνες. Παρ’ όλα αυτά, η Δήμητρα κατέβηκε τα σκαλιά με την πλάτη ίσια και το κεφάλι ψηλά.
Ήταν σαράντα δύο χρονών. Σχεδόν μια δεκαετία ολόκληρη περνούσε από γραφείο σε γραφείο κρατώντας φακέλους, κάλυπτε συναδέλφους που αρρώσταιναν, έμενε μετά το κλείσιμο και εξυπηρετούσε πολίτες που εμφανίζονταν πέντε λεπτά πριν τελειώσει το ωράριο. Τώρα, επιτέλους, στην πόρτα θα έμπαινε πινακίδα με το δικό της επώνυμο.
Ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο ήθελε να πει τα νέα ήταν ο Γεώργιος. Όχι η αδελφή της, ούτε οι συνάδελφοι, ούτε η γειτόνισσα με την οποία αντάλλασσε μηνύματα σχεδόν κάθε βράδυ. Ο άντρας της.
Κοντά στη στάση λειτουργούσε ακόμη ένα ζαχαροπλαστείο. Η Δήμητρα αγόρασε μια τούρτα με μέλι και καρύδια, εκείνη που ο Γεώργιος διάλεγε συνήθως στις γιορτές. Η πωλήτρια έβαλε το κουτί σε μια γερή σακούλα και την προειδοποίησε να μην το γείρει.

Στο λεωφορείο κράτησε το γλυκό πάνω στα γόνατά της και έβγαλε το κινητό. Πήγε να γράψει στον άντρα της πως θα έφτανε σύντομα στο σπίτι, όμως έσβησε το μήνυμα πριν το στείλει. Τότε πρόσεξε και ένα μήνυμα από την Καλλιόπη, την ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος.
«Δήμητρα, μέχρι την Παρασκευή πείτε μου αν θα ανανεώσουμε το μισθωτήριο ή όχι. Υπάρχουν κι άλλοι ενδιαφερόμενοι».
Το δυάρι εκείνο το νοίκιαζαν για τρίτη χρονιά. Η Δήμητρα το είχε βρει, εκείνη είχε δώσει την εγγύηση από τις δικές της οικονομίες και στο δικό της όνομα είχε υπογραφεί το συμβόλαιο. Ο Γεώργιος υποσχόταν κάθε μήνα πως θα της κατέθετε το μισό ενοίκιο, αλλά δεν το έκανε πάντα. Όταν δεν είχε δουλειές, η Δήμητρα πλήρωνε μόνη της ολόκληρο το ποσό.
Τον ενοχλούσε που το όνομά του δεν υπήρχε στο μισθωτήριο.
— Ζω εδώ σαν φιλοξενούμενος χωρίς δικαιώματα, έλεγε κάθε φορά που καβγάδιζαν.
Η Δήμητρα του πρότεινε να τον προσθέσουν στην επόμενη ανανέωση. Ο Γεώργιος απαντούσε πως δεν σκόπευε να ζητά άδεια από μια ξένη ιδιοκτήτρια και πως σύντομα θα αποκτούσαν δικό τους σπίτι.
Μια εβδομάδα νωρίτερα είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι της κουζίνας ένα διαφημιστικό έντυπο τράπεζας. Με στυλό είχε κυκλώσει τη γραμμή που αφορούσε το οικογενειακό εισόδημα. Όταν η Δήμητρα τον ρώτησε, εκείνος είπε πως απλώς κοιτούσε τα επιτόκια.
Στην είσοδο της πολυκατοικίας η λάμπα αναβόσβηνε. Το ασανσέρ βρισκόταν στον ένατο, κι έτσι η Δήμητρα αποφάσισε να ανέβει με τα πόδια. Στη διαδρομή σκεφτόταν πώς θα του ανακοίνωνε τα νέα.
Θα άφηνε την τούρτα στο τραπέζι, θα έβγαζε την απόφαση από την τσάντα και θα έλεγε:
— Από σήμερα αυτό το σπίτι έχει προϊσταμένη τομέα.
Ο Γεώργιος θα αστειευόταν για το αυστηρό ύφος της, θα έβαζε τσάι και ύστερα, έστω για μία φορά, θα της έλεγε πως ήταν περήφανος για εκείνη. Τους τελευταίους μήνες, όμως, από το στόμα του άκουγε κυρίως ερωτήσεις για χρήματα. Τη ρωτούσε πόσο θα ανέβαινε ο μισθός της μετά την προαγωγή και αν θα έπαιρνε μπόνους στο τέλος του τριμήνου.
Η Δήμητρα προσπαθούσε να το αποδώσει στις δυσκολίες του. Οι παραγγελίες για τοποθετήσεις κουφωμάτων έρχονταν σπάνια, μερικοί πελάτες καθυστερούσαν να πληρώσουν, και η μητέρα του είχε ξεκινήσει πάλι ανακαίνιση. Ο Γεώργιος εκνευριζόταν με όλα μαζί και σχεδόν κάθε βράδυ καθόταν μπροστά στο λάπτοπ.
Το κλειδί γύρισε αθόρυβα στην κλειδαριά. Στο χολ το φως ήταν αναμμένο. Το μπουφάν του άντρα της κρεμόταν στον γάντζο, ενώ τα παπούτσια του ήταν παρατημένα στη μέση του διαδρόμου.
Η Δήμητρα έβγαλε τις μπότες της και ακούμπησε τη σακούλα με την τούρτα πάνω στο έπιπλο της εισόδου. Από την κρεβατοκάμαρα ακούστηκε η φωνή του Γεωργίου. Μιλούσε στο τηλέφωνο και δεν είχε αντιληφθεί ότι εκείνη είχε γυρίσει.
— Σήμερα πρέπει να της υπέγραψαν την απόφαση, είπε. — Αύριο θα της ζητήσω βεβαίωση εισοδήματος. Θα της πω πως τη χρειάζομαι για το διαμέρισμα της μητέρας μου.
Η Δήμητρα σταμάτησε μπροστά στον καθρέφτη.
— Όχι, δεν πρόκειται να ελέγξει κάθε μου λέξη. Θα της πω ότι τακτοποιούμε ένα οικογενειακό ζήτημα. Είναι βολική η δική μου.
Ο Γεώργιος σώπασε, ακούγοντας την απάντηση από την άλλη άκρη της γραμμής. Έπειτα γέλασε χαμηλόφωνα.
— Όχι, Φωτεινή. Δεν την αγαπώ. Απλώς τώρα θα ήταν βλακεία να τα τινάξω όλα στον αέρα. Θα πάρουμε την έγκριση, θα δώσουμε τα χρήματα και μετά θα το κανονίσω.
Η σακούλα άρχισε να γλιστρά από το στενό έπιπλο. Η Δήμητρα πρόλαβε να συγκρατήσει το κουτί και το έσπρωξε πιο κοντά στον τοίχο.
Από την κρεβατοκάμαρα ακούστηκε ξανά η φωνή του:
— Αύριο συναντιόμαστε στην τράπεζα. Μετά θα πάμε στον κατασκευαστή. Την κράτηση δεν θα μας την κρατήσουν μέχρι το βράδυ.
Η Δήμητρα πήρε την τούρτα και την πήγε στην κουζίνα. Άφησε το κουτί πάνω στο τραπέζι, κάθισε και κατέβασε την τσάντα από τον ώμο της.
Δίπλα στον νεροχύτη υπήρχαν δύο φλιτζάνια. Στο ψυγείο, κάτω από έναν μαγνήτη, κρεμόταν ο λογαριασμός του ρεύματος που ο Γεώργιος είχε υποσχεθεί να πληρώσει από χθες. Στην άκρη του τραπεζιού βρισκόταν ένα έντυπο της τράπεζας.
