Το τραπεζικό έντυπο είχε πλέον συμπληρωθεί με σημειώσεις. Δίπλα στη γραμμή που ήταν κυκλωμένη, ο Γεώργιος είχε προσθέσει με το χέρι του μερικούς αριθμούς.
Η Δήμητρα τράβηξε το χαρτί πιο κοντά της.
Η τιμή της γκαρσονιέρας έφτανε τις σαράντα δύο χιλιάδες ευρώ. Από κάτω, ο Γεώργιος είχε υπολογίσει την προκαταβολή και τη μηνιαία δόση. Απέναντι από τη φράση «επιβεβαιωμένο εισόδημα συζύγου» υπήρχε ένα τσεκάρισμα.
Από την κρεβατοκάμαρα ακούστηκε το τρίξιμο μιας καρέκλας. Ύστερα από λίγο, ο Γεώργιος φάνηκε στο άνοιγμα της πόρτας της κουζίνας. Το κινητό του το έχωσε αμέσως στην τσέπη.
— Γύρισες κιόλας;
— Όπως βλέπεις.
— Γιατί δεν με φώναξες;
— Δεν πρόλαβα.
Το βλέμμα του πήγε στο κουτί.
— Πήρες τούρτα;
Η Δήμητρα σήκωσε το καπάκι. Ήταν μελοτούρτα, πασπαλισμένη με τριμμένο καρύδι και στολισμένη με μια λεπτή γραμμή σοκολάτας.
— Ήθελα να το γιορτάσουμε.
— Τι να γιορτάσουμε;
Έβγαλε από την τσάντα της την απόφαση και την ακούμπησε μπροστά του.
Ο Γεώργιος διάβασε την πρώτη σειρά. Στην αρχή στάθηκε στον τίτλο της θέσης, έπειτα χαμήλωσε τα μάτια του στην ημερομηνία. Μόνο τότε χαμογέλασε.
— Μπράβο, Δήμητρα. Το ήξερα ότι θα σε επέλεγαν. Τώρα θα μπορέσουν να τακτοποιηθούν πολλά.
— Ποια πολλά;
— Τα δικά μας θέματα.
— Ποια θέματα εννοείς;
Εκείνος έσπρωξε λίγο πιο πέρα την απόφαση και κάθισε απέναντί της.
— Το σπίτι, ας πούμε. Δεν το συζητάμε από καιρό;
— Το συζητάμε;
— Μη στέκεσαι στις λέξεις. Ήθελα πρώτα να τα οργανώσω όλα και μετά να σου δείξω κάτι έτοιμο.
Η Δήμητρα έσπρωξε προς το μέρος του το έντυπο της τράπεζας.
— Μιλάς για γκαρσονιέρα σαράντα δύο χιλιάδων ευρώ;
Ο Γεώργιος κοίταξε τις δικές του σημειώσεις.
— Έψαχνες τα χαρτιά μου;
— Ήταν πάνω στο τραπέζι.
— Πρόχειρος υπολογισμός είναι. Έβλεπα διάφορες λύσεις.
— Για ποιον έβλεπες γκαρσονιέρα;
— Για εμάς.
— Στο τηλέφωνο, πάντως, την έταζες στη Φωτεινή.
Για μερικά δευτερόλεπτα δεν απάντησε. Έπειτα ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι.
— Άκουσες ένα κομμάτι της συζήτησης και έβγαλες μόνη σου συμπέρασμα.
— Άκουσα για τη βεβαίωσή μου, για την προκαταβολή και για την κράτηση. Άκουσα επίσης ότι δεν με αγαπάς.
— Το είπα μόνο και μόνο για να ηρεμήσει.
— Ποια να ηρεμήσει;
— Η υπεύθυνη του κατασκευαστή.
— Οι υπεύθυνες του κατασκευαστή ρωτούν αν αγαπάς τη γυναίκα σου;
Ο Γεώργιος γύρισε το βλέμμα του προς το παράθυρο.
— Γνωριζόμαστε χρόνια. Με βοηθάει να προχωρήσει πιο γρήγορα η διαδικασία.
— Γι’ αυτό την αποκαλείς Φωτεινούλα;
— Δήμητρα, μη μου κάνεις ανάκριση. Περνάω δύσκολο μήνα, οι δουλειές έχουν σχεδόν σταματήσει. Προσπαθώ να βρω μια άκρη, όσο εσύ πηγαίνεις στη δουλειά σου και νομίζεις ότι όλα λύνονται με μια βεβαίωση.
Άλλες φορές, ύστερα από τέτοια λόγια, η Δήμητρα θα άρχιζε να απολογείται. Θα του θύμιζε πόσα πλήρωνε για το ενοίκιο, πόσα άφηνε για τα ψώνια και γιατί δεν μπορούσε να φορτωθεί άλλη μία βάρδια. Αυτή τη φορά δεν είπε τίποτα.
Ο Γεώργιος πήρε τη σιωπή της για αποδοχή.
— Ήθελα να αγοράσω ένα σπίτι, συνέχισε πιο ήρεμα. — Είμαι σαράντα τριών χρονών και δεν έχω ούτε ένα δωμάτιο δικό μου. Η μάνα μου με ρωτάει κάθε φορά μέχρι πότε θα μένω σε ξένο διαμέρισμα. Εσύ στέλνεις τα λεφτά στην ιδιοκτήτρια κι εγώ αισθάνομαι νοικάρης μέσα στο σπίτι της ίδιας μου της γυναίκας.
— Κι έτσι αποφάσισες να αγοράσεις γκαρσονιέρα με τη Φωτεινή;
— Όχι με τη Φωτεινή. Εκείνη απλώς βρήκε την ευκαιρία.
— Τότε δείξε μου τα έγγραφα.
— Ποια έγγραφα πάλι;
— Την αίτηση στην τράπεζα και την κράτηση.
Ο Γεώργιος πέρασε την παλάμη του πάνω από το πιγούνι του.
— Δεν υπάρχει τίποτα ουσιαστικό να δεις ακόμη.
— Αύριο σκόπευες να ζητήσεις τη βεβαίωσή μου. Άρα κάτι υπάρχει.
— Ήθελα πρώτα να μάθω τι ποσό μπορεί να εγκριθεί για εμάς.
— Χωρίς τη συγκατάθεσή μου;
— Σε μια απλή ενημέρωση δεν υπογράφει κανείς τίποτα. Θα ερχόσουν, θα άκουγες τον σύμβουλο και μετά θα αποφάσιζες μόνη σου.
— Στη Φωτεινή, όμως, είπες ότι δεν πρόκειται να κάνω ερωτήσεις.
Ο Γεώργιος έσπρωξε απότομα την καρέκλα του.
— Επειδή συνήθως με εμπιστεύεσαι. Δεν βλέπω πού είναι το έγκλημα.
— Φέρε το λάπτοπ.
— Για ποιο λόγο;
— Θέλω να δω πού ακριβώς σκόπευες να περάσεις το εισόδημά μου.
Βγήκε από την κουζίνα και επέστρεψε ύστερα από λίγα λεπτά. Ακούμπησε το λάπτοπ πιο κοντά στον εαυτό του. Όταν άνοιξε η οθόνη, έκανε ώρα να ψάχνει το μήνυμα, παρόλο που η Δήμητρα έβλεπε καθαρά την καρτέλα που χρειαζόταν, ανοιχτή στο επάνω μέρος.
— Να, ο υπολογισμός, είπε ο Γεώργιος. — Μια συνηθισμένη ενημέρωση είναι.
Στη σελίδα της τράπεζας υπήρχε ένα πρόχειρα συμπληρωμένο ερωτηματολόγιο. Ο Γεώργιος είχε δηλώσει τον εαυτό του ως βασικό δανειολήπτη, ενώ στην ενότητα της οικογενειακής κατάστασης είχε περάσει τα στοιχεία της Δήμητρας. Τα πεδία με την ταυτότητά της και τον χώρο εργασίας της παρέμεναν κενά. Δίπλα υπήρχε σημείωση του συμβούλου: «Στη συνάντηση να προσκομιστούν έγγραφα συζύγου. Να εξεταστεί ως συνδανειολήπτρια».
— Τους έχεις ήδη πει πού εργάζομαι, είπε η Δήμητρα.
— Είναι γενικά στοιχεία.
