“Ποιους έφερες στο σπίτι μου;” ρώτησε η Δανάη με φωνή απόλυτα συγκρατημένη καθώς αντίκριζε δύο δίδυμα με σακίδια στην είσοδο

Απαράδεκτη, αλαζονική ανατροπή της ασφάλειας που πίστευα.
Ιστορίες

Τα σακίδια.

— Πού τα πάμε; ρώτησε ο επικεφαλής των μεταφορέων.

— Οδός Πεύκων δεκατέσσερα, διαμέρισμα σαράντα ένα. Αφήστε τα έξω από την πόρτα. Αν δεν σας ανοίξει κανείς, αφήστε τα στην είσοδο της πολυκατοικίας.

Ο κλειδαράς χρειάστηκε λιγότερο από μία ώρα για να αλλάξει την κλειδαριά. Στο τέλος της έδωσε τρία καινούργια κλειδιά. Η Δανάη Παπακώστας πλήρωσε, κλείδωσε προσεκτικά πίσω της και κάθισε στο πάτωμα του σιωπηλού χολ, σαν να είχε αδειάσει ξαφνικά όλο το σώμα της από δύναμη.

Το κινητό της χτύπησε μιάμιση ώρα αργότερα. Στην οθόνη φάνηκε ο αριθμός του Πάνου Παναγιωτίδη.

— Δανάη! Τι στο καλό έκανες; Με πήρε η Σοφία Μακρής και ουρλιάζει ότι της κουβάλησαν κάτι σακούλες!

— Σωστά σε πήρε. Είναι τα πράγματά σου. Και τα πράγματα των παιδιών σου. Τα έστειλα στη μοναδική διεύθυνση όπου, όπως αποδείχτηκε, περνάς τα Σάββατά σου.

— Έχεις τρελαθεί; Εκείνη έχει άντρα! Ο Κώστας Ζωγράφος θα γυρίσει το βράδυ. Τι νομίζεις ότι θα σκεφτεί;

— Για τον Κώστα μην ανησυχείς. Του έστειλα ήδη μήνυμα. Του έγραψα τη διεύθυνση, την ώρα που πέρασες από εκεί και μια σύντομη περίληψη από τις «βρύσες που χάλασαν». Φάνηκε άνθρωπος που καταλαβαίνει γρήγορα. Μου απάντησε με μία λέξη: «Ευχαριστώ».

— Δεν… δεν μπορεί να το έκανες αυτό.

— Το έκανα, Πάνο. Και θα το είχα κάνει νωρίτερα, αν δεν πίστευα επί έναν ολόκληρο χρόνο κάθε σου λέξη. Ξέρεις τι είναι σχεδόν αστείο; Ήσουν τόσο βέβαιος πως είμαι ανόητη, που έπαψες πια να κρύβεσαι. Έφερες τα παιδιά την Τετάρτη και μετά πήγες στη Σοφία από την κεντρική είσοδο, μέρα μεσημέρι. Ούτε καν γύρισες να κοιτάξεις μήπως η γυναίκα σου στεκόταν στη γωνία.

— Δανάη, άκουσέ με…

— Όχι. Τώρα θα ακούσεις εσύ. Τα αγόρια είναι στην Καλλιόπη Σαββίδης. Είναι καλά, έχουν φάει και παίζουν με τα τουβλάκια τους. Την κλειδαριά την άλλαξα. Τη Δευτέρα καταθέτω αίτηση διαζυγίου.

— Δεν μπορείς να το κάνεις έτσι! Εμείς είχαμε…

— Τι είχαμε, Πάνο; Συμφωνία; Ναι, είχαμε. Τα παιδιά μένουν με τη Σοφία. Τα Σαββατοκύριακα είναι δικά μας. Η πίστη είναι αμοιβαία. Μέσα σε έναν χρόνο κατάφερες να σπάσεις και τα τρία. Αν μιλούσαμε για συμβόλαιο, θα σου είχαν ήδη χρεώσει ρήτρα.

— Δεν σε απάτησα!

— Άνοιξες την πόρτα του διαμερίσματος της πρώην γυναίκας σου, Σάββατο πρωί, φορώντας παντόφλες σπιτιού. Μπορείς, φυσικά, να το βαφτίσεις «βοήθεια με τη βρύση». Μόνο που τότε είσαι ο χειρότερος υδραυλικός της πόλης, γιατί η βρύση δεν φτιάχτηκε ποτέ.

Στην άλλη άκρη της γραμμής απλώθηκε σιωπή. Η Δανάη άκουγε μόνο τη βαριά ανάσα του.

— Πώς ξέρεις για τη βρύση;

— Σε άκουσα χθες να κάνεις πρόβα τη δικαιολογία. Μουρμούριζες στο μπάνιο, νομίζοντας ότι κοιμόμουν. «Έτρεξε η βρύση, με πήρε τηλέφωνο, πέρασα απλώς για λίγο». Πάνο, ούτε να πεις ψέματα δεν ξέρεις με τρόπο. Τουλάχιστον θα μπορούσες να πεις ότι έσπασε κανένας σωλήνας. Θα ακουγόταν πιο πειστικό.

— Θα έρθω. Θα μιλήσουμε σαν άνθρωποι.

— Μην έρθεις. Τα κλειδιά δεν ανοίγουν πια. Η συζήτηση τελείωσε. Θέλω μόνο να θυμάσαι κάτι: δέχτηκα να σε παντρευτώ ξέροντας πως έχεις παιδιά. Τα αγάπησα. Κάθε Σαββατοκύριακο τα πήγαινα βόλτα, ζωγραφίζαμε, διαβάζαμε παραμύθια, κι εσύ δήθεν πήγαινες σε φίλο ή στη μητέρα σου. Η Καλλιόπη Σαββίδης, παρεμπιπτόντως, μου το επιβεβαίωσε. Δεν πάτησες στο σπίτι της ούτε μία φορά τους τελευταίους τέσσερις μήνες.

— Εκείνη το είπε αυτό;

— Είπε κι άλλα. Μου είπε: «Δανάη, σου είμαι ευγνώμων που ανέχεσαι τον γιο μου. Δεν το αξίζει». Και ξέρεις κάτι; Έχει δίκιο.

— Δεν έχω πού να πάω.

— Έχεις τη διεύθυνση της Σοφίας, όπου φαίνεται πως νιώθεις σαν στο σπίτι σου. Έχεις και τη διεύθυνση της Καλλιόπης, που περιμένει εξηγήσεις. Κι αν δεν σου φτάνουν αυτά, υπάρχει ολόκληρη η Ελλάδα, ολόκληρος ο κόσμος. Χώρος υπάρχει. Το δικό μου διαμέρισμα, πάντως, δεν ανήκει πια στις επιλογές σου.

Η Δανάη έκλεισε την κλήση και μπλόκαρε τον αριθμό του. Έπειτα μπλόκαρε και κάθε άλλο πιθανό τρόπο επικοινωνίας. Ύστερα κάθισε στο σκαμπό του διαδρόμου και έμεινε ακίνητη για ένα λεπτό, μέσα σε μια σιωπή που σχεδόν βούιζε.

Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά, αυτή τη φορά από άγνωστο αριθμό. Το σήκωσε.

— Δανάη; Είμαι ο Κώστας Ζωγράφος. Ο άντρας της Σοφίας. Μάλλον πρώην άντρας της από σήμερα.

— Κώστα… λυπάμαι που έγιναν έτσι τα πράγματα.

— Μη λυπάστε. Υποψίες είχα εδώ και καιρό. Μου έλειπε μόνο η απόδειξη, κι αυτή μου τη δώσατε εσείς.

Ψίθυροι Ζωής