Και να της κόψουν εντελώς τον δρόμο προς το σπίτι τους δεν γινόταν εύκολα. Ήταν, όσο κι αν τους κούραζε, αδελφή του· και τα παιδιά δεν έφταιγαν σε τίποτα.
— Μπορούμε απλώς να μην σηκώνουμε το τηλέφωνο, — πρότεινε η Δήμητρα Παπαδημητρίου. — Κάπως πρέπει να καταλάβει ότι δεν μπορεί να φέρεται έτσι.
— Θα μοιάζει με πείσμα μικρού παιδιού…
— Και η δική της συμπεριφορά τι είναι; Μια ενήλικη γυναίκα κάνει σαν κακομαθημένο παιδί, λες και όλος ο κόσμος της χρωστάει φαγητό, διασκέδαση και υπομονή.
Ο Μιχαήλ Παναγιωτίδης δεν μπορούσε να της φέρει αντίρρηση. Η Δήμητρα είχε δίκιο. Η Ελπίδα Σαββίδη είχε συνηθίσει να θεωρεί αυτονόητο πως οι συγγενείς όφειλαν να την ταΐζουν, να την περιποιούνται, να ανέχονται τις απαιτήσεις της και να προσαρμόζονται στις ιδιοτροπίες της. Το πιο θλιβερό ήταν πως δεν το έκανε από κακία· πραγματικά δεν έβλεπε τίποτε στραβό σε όσα έκανε.
Μια εβδομάδα αργότερα, το τηλέφωνο του Μιχαήλ χτύπησε ξανά.
— Μιχαήλ μου, γεια σου! Τι κάνετε; Περάσαμε τόσο όμορφα το Σαββατοκύριακο! Τα παιδιά ακόμα μιλάνε για τα ψητά. Μήπως να περάσουμε πάλι το άλλο Σάββατο;
Ο Μιχαήλ σήκωσε το βλέμμα προς τη Δήμητρα. Εκείνη κούνησε αποφασιστικά το κεφάλι της αρνητικά. Χωρίς να πει λέξη, εκείνος πάτησε απόρριψη.
— Ξαναπαίρνει, — είπε έπειτα, κοιτάζοντας την οθόνη, και έκλεισε εντελώς το κινητό.
— Μην απαντήσεις, — τον παρακάλεσε η Δήμητρα. — Αν θέλουμε να το πάρει στα σοβαρά, πρέπει να μείνουμε σταθεροί.
Η Ελπίδα τηλεφώνησε αρκετές ακόμη φορές. Ύστερα άρχισαν τα μηνύματα. «Μιχαήλ, τι έγινε; Γιατί δεν μου απαντάς;» Λίγο αργότερα έστειλε άλλο: «Μήπως η Δήμητρα δεν θέλει να έρθουμε; Μα τόσο ωραία δεν περάσαμε;» Και στο τέλος, σαν να είχε μόνη της βρει την αιτία, έγραψε: «Μη μου πεις ότι θυμώσατε επειδή πήρα τα περισσεύματα; Αφού θα χαλούσαν!»
Ούτε ο Μιχαήλ ούτε η Δήμητρα απάντησαν. Ήξεραν πια ότι κάθε εξήγηση θα χανόταν στο κενό. Η Ελπίδα δεν μπορούσε να αντιληφθεί πως είναι ντροπή να βαραίνεις τους δικούς σου ανθρώπους, να τους αναστατώνεις τα σχέδια και, από πάνω, να εκμεταλλεύεσαι τη φιλοξενία τους σαν να σου ανήκει.
Πέρασε ένας μήνας. Η Ελπίδα δεν ξανατηλεφώνησε. Καμιά φορά ο Μιχαήλ αναρωτιόταν αν είχαν φερθεί υπερβολικά σκληρά. Όμως αμέσως θυμόταν όλα εκείνα τα χρόνια: τις απροειδοποίητες επισκέψεις, τα άδεια ντουλάπια, τα χαλασμένα Σαββατοκύριακα, την αίσθηση ότι το ίδιο τους το σπίτι δεν τους ανήκε. Και τότε κατέληγε πως, μερικές φορές, ο μόνος τρόπος να σταματήσεις μια απαράδεκτη συμπεριφορά είναι να πάψεις να της αφήνεις χώρο.
Η Δήμητρα δεν πεταγόταν πια κάθε φορά που ακουγόταν κουδούνι το Σαββατοκύριακο. Ο Μιχαήλ καθόταν ήρεμος στον υπολογιστή του, χωρίς τον φόβο ότι από στιγμή σε στιγμή θα έπρεπε να παρατήσει τα πάντα για να ψυχαγωγήσει ανεπιθύμητους επισκέπτες. Το εξοχικό τους έγινε ξανά καταφύγιο ξεκούρασης και όχι δωρεάν ταβέρνα για συγγενείς.
Υπήρχαν στιγμές που ο Μιχαήλ σκεφτόταν πως ίσως θα μπορούσαν να είχαν βρει έναν πιο ήπιο τρόπο. Μα τότε ερχόταν στον νου του η τελευταία επίσκεψη της Ελπίδας, το πρόσωπό της καθώς έβαζε σε σακούλες τα κομμάτια από εκείνο το ακριβό τυρί, και καταλάβαινε ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν αλλάζουν όσο κι αν προσπαθήσεις. Το μόνο που σου μένει είναι να προφυλάξεις τη ζωή σου και να μην τους επιτρέπεις να καταπατούν την ησυχία σου.
Το καλοκαίρι πλησίαζε στο τέλος του. Τα βράδια στη βεράντα είχαν πάλι την παλιά τους γαλήνη. Κάθονταν εκεί, απολαμβάνοντας τη σιωπή, γνωρίζοντας πως κανείς δεν θα εμφανιζόταν απαιτώντας να φάει, να πιει και να διασκεδάσει με δικά τους έξοδα. Βέβαια, τους έπιανε κάποιες φορές μια λύπη. Ήταν πικρό να βλέπεις οικογενειακές σχέσεις να καταλήγουν έτσι. Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο καταλάβαιναν πως ο σεβασμός στα όρια του άλλου είναι η βάση κάθε υγιούς δεσμού. Κι αν κάποιος αρνείται να το δεχτεί, τότε ίσως η απόσταση να είναι η μόνη λύση.
Το φθινόπωρο, καθώς μάζευαν το εξοχικό για τον χειμώνα, η Δήμητρα βρήκε σε ένα ντουλάπι ένα ξεχασμένο κουτί με ακριβά μπισκότα. Η Ελπίδα το είχε φέρει κάποτε «για δώρο» και ύστερα, προφανώς, είχε ξεχάσει να το πάρει πίσω.
— Κοίτα, — είπε δείχνοντάς το στον Μιχαήλ. — Το μοναδικό πράγμα που άφησε εδώ όλα αυτά τα χρόνια.
Ο Μιχαήλ χαμογέλασε θλιμμένα.
— Μάλλον της ξέφυγε. Αν το θυμόταν, θα το είχε πάρει μαζί της.
Γέλασαν και οι δύο, κι εκείνο το γέλιο τούς ελάφρυνε. Τα όρια είχαν πλέον χαραχτεί, η ηρεμία είχε επιστρέψει, και μπροστά τους απλωνόταν ένας ήσυχος χειμώνας, χωρίς αιφνιδιαστικές επισκέψεις και χωρίς κανέναν να διεκδικεί τη φιλοξενία τους σαν δικαίωμα.
