“Πάλι;” γκρίνιαξε ο Μιχαήλ, αποθηκεύοντας το αρχείο και κλείνοντας τον υπολογιστή καθώς η Ελπίδα εισέβαλε σαν καλοκαιρινό μπουρίνι

Παράδεισος έξω, ανησυχητική ένταση μέσα.
Ιστορίες

Το πρόσωπό της έλαμπε από ικανοποίηση.

— Τι λέτε, να ψήσουμε και μερικά σουβλάκια; Έχω μια τόσο γιορτινή διάθεση σήμερα!

Ο Μιχαήλ Παναγιωτίδης, παίρνοντας θάρρος από την ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά της αδελφής του, δέχτηκε να στηθεί ένα μικρό οικογενειακό γλέντι. Πήγε αμέσως στο μαγαζί για κρέας και λαχανικά, ενώ οι γυναίκες έμειναν πίσω και άρχισαν να ετοιμάζουν σαλάτες. Η Ελπίδα Σαββίδη ήταν ασυνήθιστα γλυκιά και πρόθυμη· βοηθούσε στο στρώσιμο του τραπεζιού, έφερνε πιάτα, πρόσεχε τα παιδιά, ρωτούσε συνεχώς αν χρειαζόταν κάτι.

Και, πράγματι, η βραδιά κύλησε υπέροχα. Το τυρί αποδείχτηκε εξαιρετικό, το κρέας ψήθηκε ζουμερό και μυρωδάτο, ενώ τα παιδιά, καταχαρούμενα, έτρεχαν και έπαιζαν στο γρασίδι. Η Ελπίδα διηγούνταν αστεία περιστατικά, ο Μιχαήλ γύριζε τα σουβλάκια στη σχάρα και η Δήμητρα Παπαδημητρίου απολάμβανε εκείνη τη σπάνια αίσθηση γαλήνης που τόσο καιρό έλειπε από τις οικογενειακές τους συναντήσεις.

Όταν πια έπεσε το σκοτάδι και τα παιδιά άρχισαν να χασμουριούνται, η Ελπίδα σηκώθηκε και πλησίασε το τραπέζι.

— Το τυρί που φέραμε πού είναι; Θα πάρουμε μαζί μας ό,τι έμεινε, — είπε, και άρχισε να βάζει σε σακούλες τα κομμάτια του τυριού, τα ροδάκινα που είχαν περισσέψει και τα μισοτελειωμένα κουτιά με τους χυμούς.

Η Δήμητρα και ο Μιχαήλ αντάλλαξαν ένα βλέμμα. Η ηρεμία που είχε νιώσει η Δήμητρα πριν από λίγο άρχισε να διαλύεται και στη θέση της ήρθε μια βαριά απογοήτευση.

— Ελπίδα, τι κάνεις; — τη ρώτησε χαμηλόφωνα.

— Τι κάνω δηλαδή; Παίρνω τα πράγματά μου, — απάντησε εκείνη ατάραχη, συνεχίζοντας να τακτοποιεί τα περισσεύματα. — Τα παιδιά αύριο έχουν σχολείο, κάτι πρέπει να φάνε.

— Μα αυτά τα έφερες για δώρο…

— Ποιο δώρο; Είπα ότι δεν θα έρθω με άδεια χέρια, και δεν ήρθα. Ό,τι περίσσεψε όμως θα το πάρω πίσω. Δεν είναι να πετιούνται τα καλά πράγματα.

Μεθοδικά, σαν να έκανε κάτι απολύτως φυσιολογικό, η Ελπίδα μάζευε όσα είχε φέρει. Ύστερα έριξε μια ματιά στο τραπέζι, όπου είχαν απομείνει λίγα σουβλάκια και σαλάτες.

— Έχετε κανένα τάπερ για το κρέας; Και αυτά τα λαχανικά θα τα πάρω. Εσείς θα ξαναφτιάξετε, έχετε τον τρόπο σας. Εγώ στο σπίτι δεν έχω τι να δώσω στα παιδιά.

— Ελπίδα, — προσπάθησε να παρέμβει ο Μιχαήλ, — αλλά όλα αυτά τα ετοιμάσαμε για όλους. Αγοράσαμε κι εμείς πράγματα…

— Έλα τώρα, μην κάνεις έτσι, — τον έκοψε εκείνη με μια κίνηση του χεριού. — Εσείς έχετε εξοχικό, κήπο, δικά σας πράγματα. Εγώ μένω σε διαμέρισμα στην πόλη και τα πληρώνω όλα. Τα παιδιά μεγαλώνουν, πεινάνε.

Γέμισε τα δοχεία με σχεδόν όλα τα απομεινάρια του δείπνου, αφήνοντας στους οικοδεσπότες μόνο μισοφαγωμένα κομμάτια και ψίχουλα. Τα παιδιά είχαν ήδη αποκοιμηθεί στο αυτοκίνητο, ενώ εκείνη ολοκλήρωνε ατάραχη τη συγκομιδή της.

— Ευχαριστούμε για την υπέροχη βραδιά! — είπε, φορτώνοντας τις σακούλες με το φαγητό στο πορτμπαγκάζ. — Περάσαμε καταπληκτικά! Θα ξανάρθουμε οπωσδήποτε!

Ο Μιχαήλ και η Δήμητρα στάθηκαν στην αυλόπορτα και τους ξεπροβόδισαν σιωπηλοί, κοιτάζοντας τα φώτα του αυτοκινήτου που χάνονταν στον δρόμο. Πάνω στο τραπέζι είχαν μείνει μόνο λερωμένα πιάτα και τσαλακωμένες χαρτοπετσέτες.

— Λοιπόν; — είπε σιγανά η Δήμητρα. — Τώρα κατάλαβες ότι δεν αλλάζει;

Ο Μιχαήλ έγνεψε καταφατικά, με το βλέμμα καρφωμένο στο άδειο τραπέζι.

— Κατάλαβα. Δεν ήρθε για επίσκεψη. Ήρθε για να φάει τζάμπα. Και ακόμη κι αυτά που έφερε η ίδια, τα πήρε πίσω.

— Ξέρεις τι με στενοχώρησε περισσότερο; — είπε η Δήμητρα, μαζεύοντας τα άδεια πιάτα. — Όχι ότι πήρε τα δικά της πράγματα. Αλλά ότι δεν αντιλαμβάνεται καν ποιο είναι το πρόβλημα. Για εκείνη είναι φυσιολογικό να έρχεται, να τρώει, να κάνει την ηλιοθεραπεία της και στο τέλος να φεύγει φορτωμένη.

— Πίστευα πως είχε καταλάβει τι μας ενοχλούσε…

— Κατάλαβε μόνο ότι έπρεπε να φέρει κάτι για τα μάτια του κόσμου. Και μετά να το πάρει πάλι μαζί της. Αυτό είναι χειρότερο κι από το να ερχόταν χωρίς τίποτα.

Άρχισαν να καθαρίζουν το τραπέζι χωρίς να μιλούν, ο καθένας βυθισμένος στις δικές του σκέψεις. Η Δήμητρα θυμόταν πόσο είχε χαρεί το πρωί, όταν είδε το τυρί και τα ροδάκινα, και πόσο είχε ελπίσει πως η σχέση της με την κουνιάδα της θα έμπαινε επιτέλους σε καλύτερο δρόμο. Ο Μιχαήλ σκεφτόταν την αδελφή του, που κάποτε ήταν ο πιο κοντινός του άνθρωπος και τώρα είχε καταντήσει μια φορτική επισκέπτρια που ζούσε εις βάρος τους.

— Και τώρα τι κάνουμε; — ρώτησε η Δήμητρα, βάζοντας τα πιάτα στο πλυντήριο.

— Δεν ξέρω, — απάντησε ειλικρινά ο Μιχαήλ. — Να της μιλήσω είναι άχρηστο· δεν ακούει κανέναν.

Ψίθυροι Ζωής