— Είναι δική σας η φράση ή του δικηγόρου;
— Και τι σημασία έχει αυτό, κοριτσάκι μου;
— Τεράστια. Ο δικηγόρος γράφει ό,τι πατάει πάνω στον νόμο. Όμως το «δεν διατηρεί αξιώσεις για επαγγελματικές ευκαιρίες» δεν είναι νομική διατύπωση. Είναι τρόπος να με κάνετε να παραιτηθώ προκαταβολικά από τη δουλειά μου και μετά να μη δικαιούμαι ούτε να θυμηθώ ότι κάποτε είχα καριέρα. Τέτοια πρόταση δεν τη βάζει μόνος του ένας δικηγόρος. Κάποιος τη ζητάει.
Το χαμόγελο της Μαρίας Ιωάννου έσβησε μονομιάς.
— Τι θέλεις να πεις;
— Τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι λέω. Διαβάζω. Δυνατά. Όπως ζητήσατε. Με ειλικρίνεια.
Ο Νίκος Παπαδόπουλος κοιτούσε πότε εμένα και πότε τη μητέρα του. Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ έμοιαζε σαν να έβλεπε πραγματικά το συμβόλαιο που ο ίδιος είχε φέρει.
— Άρθρο οκτώ, συνέχισα, γυρίζοντας τον φάκελο προς το μέρος του. — Εδώ. Διάβασέ το. Μόνος σου.
Το πήρε στα χέρια του. Έσκυψε πάνω από τη σελίδα. Τα χείλη του κουνιούνταν αθόρυβα.
Το άρθρο οκτώ έλεγε πως, αν ο γάμος λυνόταν με πρωτοβουλία της συζύγου, εκείνη όφειλε να εγκαταλείψει την κοινή κατοικία μέσα σε έναν μήνα, χωρίς καμία αποζημίωση για χρήματα που είχαν δοθεί σε ανακαίνιση ή επίπλωση. Ανακαίνιση και επίπλωση, σημειωτέον, σχεδιάζαμε για το καινούργιο διαμέρισμα. Εκείνο που θα αγοράζαμε μαζί με δάνειο, εκείνο για το οποίο είχα ήδη μαζέψει την προκαταβολή από τον δικό μου μισθό — τον ίδιο μισθό που τώρα είχε τεμαχιστεί σε παραγράφους και υποσημειώσεις.
— Δεν είναι έτσι… Ο Νίκος σήκωσε το βλέμμα. — Μάλλον είναι τυποποιημένο κείμενο, θα έχει μείνει από…
— Από τι ακριβώς, Νίκο; Από την προηγούμενη νύφη;
Έπεσε σιωπή. Η Μαρία Ιωάννου σηκώθηκε από τον καναπέ.
— Λοιπόν, είπε κοφτά. — Αρκετά με τις υστερίες. Το συμφωνητικό είναι απολύτως φυσιολογικό. Όλοι οι σοβαροί άνθρωποι τέτοια κάνουν. Εσύ τώρα φουσκώνεις κάτι από το πουθενά. Νίκο, πες της.
Ο Νίκος δεν είπε τίποτα.
Έμεινε καθισμένος, με τα μάτια καρφωμένα στην όγδοη σελίδα. Και αυτή η σιωπή με πλήγωσε περισσότερο από ολόκληρο το συμβόλαιο. Το χαρτί, έστω, το είχε συντάξει κάποιος ξένος δικηγόρος. Εκείνος όμως σιωπούσε. Ο άνθρωπος που σε τρεις εβδομάδες θα στεκόταν δίπλα μου και θα έλεγε «δέχομαι». Θα μπορούσε τώρα να πει: «Μαμά, φτάνει, αυτό είναι υπερβολικό, το βγάζουμε». Μία μόνο πρόταση χρειαζόταν. Δεν την είπε.
Διάλεξε να μη συγκρουστεί. Με τη μητέρα του. Μαζί μου ήταν πιο εύκολο.
Έκλεισα τον φάκελο. Έσπρωξα το μπλε στιλό προς τη μέση του τραπεζιού, προς το μέρος του.
— Δεν πρόκειται να υπογράψω.
— Ελένη, ας το δούμε αύριο με καθαρό μυαλό, είπε βιαστικά ο Νίκος. — Είσαι κουρασμένη, το καταλαβαίνω…
— Δεν είμαι κουρασμένη. Απλώς το διάβασα μέχρι τέλους.
— Και τι σπουδαίο διάβασες δηλαδή; πετάχτηκε η Μαρία Ιωάννου. — Συνηθισμένα χαρτιά είναι. Εσύ έψαχνες αφορμή για να πιαστείς από κάπου. Αν δεν θέλεις να παντρευτείς, πες το καθαρά. Τι χρειάζεται όλο αυτό το θέατρο;
— Θέλω, είπα. Κι αμέσως τρόμαξα, γιατί μέσα μου η λέξη είχε ήδη γίνει παρελθόν. — Ήθελα. Μέχρι τη σελίδα έξι.
Σηκώθηκα και πήρα το μπουφάν μου από την πλάτη της καρέκλας. Στο χολ επικρατούσε σκοτάδι και άργησα να βρω τον διακόπτη με το χέρι. Πίσω μου ο Νίκος έλεγε κάτι για «να κοιμηθούμε και να το ξαναδούμε», για το ότι «η μαμά δεν το εννοούσε έτσι», για το ότι «είμαστε ενήλικοι άνθρωποι».
Ενήλικοι άνθρωποι. Ένας ενήλικος άνθρωπος έφερε στη μέλλουσα γυναίκα του ένα χαρτί όπου εκείνη, προκαταβολικά, γινόταν υπηρέτρια χωρίς φωνή, και ήταν τόσο βέβαιος πως δεν θα το διάβαζε, ώστε δεν είχε μπει καν στον κόπο να το διαβάσει ο ίδιος.
Στάθηκα στην πόρτα και γύρισα προς το μέρος του.
— Νίκο. Αλήθεια πίστευες ότι δεν θα το διάβαζα;
Κόμπιασε.
— Νόμιζα πως εσύ… δηλαδή… συνήθως με τέτοια πράγματα…
— Δεν ασχολούμαι. Αυτό ήθελες να πεις.
Δεν το ολοκλήρωσε. Από το δωμάτιο, η Μαρία Ιωάννου φώναξε πως κάποτε θα το μετάνιωνα, πως άντρες σαν τον Νίκο δεν βρίσκονται εύκολα, και πως στην ηλικία μου δεν είχα και πολλές επιλογές.
