“Η μητέρα μου πέταξε τα ορμονικά σου χάπια,” ανακοίνωσε ο Ανδρέας χωρίς να βγάλει το μπουφάν του — η πεθερά κοιτούσε αδιάφορα με την άδεια σακούλα φαρμακείου

Παντελώς αδικαιολόγητη και επικίνδυνα εγωιστική.
Ιστορίες

Τώρα, όμως, τον ενδιέφερε το χρηματοκιβώτιο.

— Άνοιξέ το. Θα πάρω τα μετρητά μου.

— Αύριο στις έντεκα θα έρθει ο Δημήτριος Παπαδημητρίου. Θα το ανοίξουμε μπροστά του, θα καταγράψουμε τι υπάρχει μέσα και θα πάρεις τον φάκελό σου με υπογραφή.

— Μαρίνα, μη μου στήνεις παράσταση. Δικά μου λεφτά είναι εκεί.

— Ακριβώς γι’ αυτό θα γίνει καταγραφή. Για να μη βρεθώ μετά να ακούω πως πήρα κάτι.

Χτύπησε τα δάχτυλά του πάνω στο τραπέζι, αλλά συγκρατήθηκε. Προφανώς θυμήθηκε την ηχογράφηση και τον δικηγόρο.

— Τα χρέη μου είναι περισσότερα απ’ όσα φαντάζεσαι.

— Έχω ήδη δει μερικές από τις απαιτήσεις στον φάκελό σου. Τις είχες βάλει δίπλα στα δικά μου έγγραφα και στο σχέδιο δανείου που ήθελες να μου περάσεις για υπογραφή.

— Μετά τη συμφωνία θα τα τακτοποιούσα όλα.

— Η συμφωνία βασιζόταν στα δικά μου χρήματα. Και αυτά δεν σου τα έδωσα.

Χαμογέλασε στραβά, όμως εκείνο το μειδίαμα δεν είχε πια την παλιά του σιγουριά.

— Με έναν κωδικό με κατέστρεψες.

— Δεν σε κατέστρεψε ο κωδικός, Ανδρέα. Απλώς δεν σου επέτρεψε να πάρεις τα χαρτιά μου και να το βαφτίσεις οικογενειακή βοήθεια.

Στις οκτώ τον κάλεσε ξανά ο Λουκάς. Ο Ανδρέας βγήκε στον διάδρομο, αφήνοντας μισάνοιχτη την πόρτα. Η συνομιλία κράτησε ελάχιστα. Ο Λουκάς του ξεκαθάρισε ότι δεν θα περίμενε άλλο, γιατί από την αρχή είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί ολόκληρο το ποσό εκείνη την ημέρα. Ο Ανδρέας προσπάθησε να μιλήσει για «οικογενειακή καθυστέρηση», μόνο που χωρίς το δικό μου δάνειο οι δικαιολογίες του δεν ενδιέφεραν κανέναν.

Όταν επέστρεψε, η επιθετικότητα που είχε πριν είχε σχεδόν σβήσει.

— Θα κάνω αίτηση πτώχευσης, είπε. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να βγω από αυτό.

— Τότε να απευθυνθείς σε ειδικό για τέτοιες διαδικασίες. Σήμερα κανένα δικαστήριο δεν σε έχει κηρύξει πτωχό και τα δικά μου χρήματα δεν αποτελούν μέρος της υπόθεσής σου.

— Ακόμη κι τώρα μιλάς σαν γιατρός στην επίσκεψη.

— Μιλάω σαν άνθρωπος που δεν θέλει πια να πληρώνει αποφάσεις άλλων.

Έμεινε για λίγο αμίλητος. Ύστερα ρώτησε αν μια συγγνώμη θα μπορούσε να διορθώσει τα πράγματα. Του ζήτησα να μου πει συγκεκριμένα για ποιο πράγμα ζητούσε συγγνώμη. Στην αρχή μουρμούρισε κάτι για τα χάπια. Μετά πρόσθεσε ότι δεν σταμάτησε τη μητέρα του. Τη φράση του για την κουζίνα τη θυμήθηκε μόνο όταν του την υπενθύμισα.

— Ήμουν πιεσμένος, είπε.

— Κι εγώ ήμουν μετά από επέμβαση. Η διαφορά είναι πως εσύ σκεφτόσουν τη συμφωνία, ενώ εγώ προσπαθούσα να ξαναβάλω τη θεραπεία μου σε σειρά.

Εκεί σταμάτησε η κουβέντα. Όχι επειδή τα είχαμε λύσει όλα, αλλά επειδή δεν είχε πια νόημα να επαναλαμβάνουμε τα ίδια. Του είπα ότι μέχρι να έρθει ο δικηγόρος μπορούσε να μείνει σε ξεχωριστό δωμάτιο και το πρωί θα έπαιρνε τα απολύτως απαραίτητα πράγματά του και τα μετρητά του, αφού πρώτα καταγραφούν. Από εκεί και πέρα, κάθε ζήτημα θα περνούσε μέσω του Δημήτριου Παπαδημητρίου.

Αργά το βράδυ έφτασε μήνυμα από την Καλλιόπη Ζαχαριάδης: «Το καλό σου ήθελα. Αχάριστη». Το προώθησα στον δικηγόρο και της απάντησα με μία μόνο γραμμή: «Η απαίτηση αποζημίωσης θα αποσταλεί από τον εκπρόσωπό μου». Εκείνη την ημέρα δεν έγραψε ξανά.

Την επομένη, ο Δημήτριος Παπαδημητρίου εμφανίστηκε ακριβώς στις έντεκα. Ο Ανδρέας περίμενε στο γραφείο, με μια τσάντα ακουμπισμένη στα πόδια του. Το χρηματοκιβώτιο το άνοιξα εγώ. Παρουσία του δικηγόρου βγάλαμε τον φάκελο του Ανδρέα, μετρήσαμε τα μετρητά του, περάσαμε το ποσό στην κατάσταση και του παραδώσαμε τον φάκελο αφού υπέγραψε. Τα δικά μου έγγραφα, το συμφωνητικό γάμου, οι ιατρικοί φάκελοι και η ανυπόγραφη σύμβαση δανείου έμειναν μέσα.

Υπέγραψε την κατάσταση απότομα, πιέζοντας το στυλό στο χαρτί, αλλά μπροστά στον δικηγόρο δεν τόλμησε να αντιδράσει. Έβαλε τον φάκελο στην τσάντα του, πήρε δύο πουκάμισα, έναν φορτιστή και τον φάκελο της συμφωνίας που είχε ήδη χαθεί.

Στην πόρτα κοντοστάθηκε.

— Καταλαβαίνεις ότι μόνος μου δεν θα τα καταφέρω;

— Το καταλαβαίνω.

— Και παρ’ όλα αυτά δεν θα βοηθήσεις;

— Όχι με χρήματα. Όχι ύστερα από όσα έγιναν.

Έφυγε αθόρυβα. Χωρίς να χτυπήσει την πόρτα, χωρίς το συνηθισμένο «θα το μετανιώσεις». Μάλλον είχε αντιληφθεί πως κάθε τέτοια φράση δεν θα ήταν πια απλώς κομμάτι ενός οικογενειακού καβγά, αλλά υλικό για την αλληλογραφία με τον δικηγόρο.

Μία ώρα αργότερα ο κούριερ έφερε τα καινούργια φάρμακα. Έλεγξα τα κουτιά με βάση τη συνταγή, τα τακτοποίησα σε νέο οργανωτή και τον άφησα στο γραφείο, δίπλα στον φάκελο όπου βρίσκονταν τα αντίγραφα της εξώδικης απαίτησης, της αγωγής και του συμφωνητικού γάμου. Τον κωδικό του χρηματοκιβωτίου τον ήξερα μόνο εγώ.

Το βράδυ ο Δημήτριος Παπαδημητρίου μου έστειλε το προσχέδιο της απαίτησης προς την Καλλιόπη Ζαχαριάδης και τη λίστα των εγγράφων για τη λύση του γάμου. Έλεγξα την ημερομηνία, επισύναψα την απόδειξη των 1.486 ευρώ και έγραψα: «Εγκρίνεται».

Στο σπίτι είχαν λιγοστέψει οι φωνές, οι απαιτήσεις και τα ξένα χέρια ανάμεσα στα πράγματά μου. Ο Ανδρέας δεν έχασε μόνο τη συμφωνία. Έχασε αυτό στο οποίο στηριζόταν όλα αυτά τα χρόνια: την πρόσβαση στα χρήματά μου, μεταμφιεσμένη σε οικογενειακό καθήκον.

Ψίθυροι Ζωής