Ο Ανδρέας γύρισε προς το μέρος μου και είπε ψέματα χωρίς να διστάσει:
— Θα υπάρχουν.
Δεν είχα καμία πρόθεση να του φωνάξω από την άλλη άκρη του δωματίου. Στο προσχέδιο της σύμβασης υπήρχε ο αριθμός του Λουκά Βασιλάκη. Του έστειλα ένα σύντομο μήνυμα: «Καλησπέρα. Είμαι η Μαρίνα Κωστοπούλου. Δεν συμμετέχω στη συναλλαγή του Ανδρέα Λεοντιάδη. Η δανειακή σύμβαση δεν έχει υπογραφεί από εμένα. Δεν υπάρχει καμία δική μου οικονομική συμμετοχή».
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Λουκάς σώπασε στην άλλη άκρη της γραμμής. Όταν ξαναμίλησε, η φωνή του είχε αλλάξει.
— Ανδρέα, τι ακριβώς συμβαίνει; Μου είπες ότι τα χρήματα είναι οικογενειακά και πως το θέμα έχει τακτοποιηθεί.
Ο Ανδρέας απάντησε ότι, μετά την επέμβαση, δεν ήμουν «στα καλά μου». Άνοιξα την ηχογράφηση της συνομιλίας και του συνέστησα να διαλέγει με μεγαλύτερη προσοχή τις εκφράσεις του. Μόλις άκουσε τη λέξη «ηχογράφηση», έχασε τον ειρμό του, έκλεισε βιαστικά την κλήση και βγήκε στον διάδρομο για να τηλεφωνήσει στην τράπεζα.
Στο μεταξύ, η Καλλιόπη Ζαχαριάδης πλησίασε το χρηματοκιβώτιο και τράβηξε απότομα το πορτάκι.
— Άνοιξέ το αμέσως. Εκεί μέσα βρίσκονται τα χρήματα του γιου μου.
— Ό,τι είναι δικό του θα παραμείνει δικό του. Τα δικά μου έγγραφα, όμως, και οι δικές μου αποταμιεύσεις δεν σας αφορούν.
— Είμαι η μητέρα του Ανδρέα.
— Αυτό δεν σας δίνει δικαίωμα να αγγίζετε το χρηματοκιβώτιο, τα φάρμακά μου ή τα χρήματά μου.
Ήταν έτοιμη να πετάξει άλλη μία σκληρή κουβέντα, αλλά εγώ ήδη έστελνα στον δικηγόρο φωτογραφίες από τον άδειο οργανωτή φαρμάκων, την απόδειξη, την τραπεζική κίνηση, το μήνυμα προς τον Λουκά και αντίγραφο του προγαμιαίου συμφωνητικού. Έπειτα κάλεσα το φαρμακείο. Το συγκεκριμένο σκεύασμα δεν υπήρχε διαθέσιμο, μπορούσαν όμως να το παραδώσουν την επόμενη μέρα μετά το μεσημέρι. Επιβεβαίωσα την παραγγελία και πλήρωσα την καινούρια αγωγή από τη δική μου κάρτα.
Όταν ο Ανδρέας ξαναμπήκε στην κουζίνα, δεν ανέφερε πια τίποτα για φαγητό.
— Θα μου μεταφέρεις τώρα τα χρήματα, είπε. Και για τη μητέρα μου θα μιλήσουμε χωριστά αργότερα.
— Όχι.
— Θα χάσω την προκαταβολή.
— Την έδωσες πριν εξασφαλίσεις ολόκληρο το ποσό και χωρίς να έχεις δική μου υπογραφή σε καμία δανειακή σύμβαση.
— Γιατί όφειλες να με βοηθήσεις.
— Δεν οφείλω να χρηματοδοτήσω μια αγορά που την παρουσίασες ως αποκλειστικά δική σου.
Προσπάθησε να γυρίσει τη συζήτηση στα γνωστά μονοπάτια. Πρώτα μίλησε για χρέη, ύστερα για ανθρώπους που περίμεναν, μετά μου θύμισε πόσα χρόνια ήμασταν παντρεμένοι. Του απαντούσα ήρεμα, χωρίς κοφτές προσβολές: οι δικοί του πιστωτές παρέμεναν δικοί του πιστωτές, οι συμφωνίες του με τον Λουκά ήταν δικές του συμφωνίες, και τα δικά μου χρήματα δεν γίνονταν κοινά απλώς επειδή εκείνος βιαζόταν.
Η Καλλιόπη παρενέβη ξανά:
— Ανδρέα, στα έλεγα εγώ. Πάντα νόμιζε πως είναι ανώτερη από εμάς. Γιατρός, προϊσταμένη, όλα με χαρτιά και υπογραφές. Αλλά τον ίδιο της τον άντρα δεν θέλει να τον στηρίξει.
— Στήριξη υπάρχει όταν κάποιος ζητά και σέβεται την άρνηση, είπα. Όταν πετάει θεραπεία και απαιτεί πενήντα χιλιάδες ευρώ, αυτό δεν λέγεται βοήθεια.
— Για καλό το έκανα, είπε εκείνη πιο χαμηλόφωνα.
— Τότε θα αποζημιώσετε το ποσό των χιλίων τετρακοσίων ογδόντα έξι ευρώ. Την εξώδικη απαίτηση θα τη συντάξει ο δικηγόρος.
Η Καλλιόπη σώπασε αμέσως. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, τα λόγια περί «καλού» δεν της κόστιζαν τίποτα. Μόλις η πράξη απέκτησε συγκεκριμένη τιμή, η καλοσύνη εξαφανίστηκε.
Ο Ανδρέας έφυγε με τη μητέρα του γύρω στις τέσσερις. Πριν βγουν, μου είπε ότι το βράδυ θα επέστρεφε και πως τότε θα «συνερχόμουν». Δεν του απάντησα στο πλατύσκαλο. Έκλεισα την πόρτα, κάθισα στο γραφείο μου και άνοιξα τον φάκελο «Οικονομικά». Εκεί υπήρχαν αντίγραφα από παλιές αποδείξεις δανεισμού του Ανδρέα, η αλληλογραφία για το νέο δάνειο, το προσχέδιο της σύμβασης χωρίς τη δική μου υπογραφή και τα έγγραφα του προγαμιαίου.
Τα προώθησα όλα στον Δημήτριο Παπαδημητρίου. Στη συνέχεια μπήκα στην εφαρμογή της τράπεζας και ακύρωσα την έτοιμη αίτηση για μεγάλη μεταφορά, την οποία ο Ανδρέας με είχε πιέσει να ετοιμάσω εκ των προτέρων «για να κερδίσουμε χρόνο». Δεν αποτελούσε δέσμευση, όμως εκείνος σκόπευε να τη δείξει στον Λουκά σαν απόδειξη ότι τα χρήματα ήταν σχεδόν έτοιμα. Στην οθόνη εμφανίστηκε η ένδειξη: «Η συναλλαγή ακυρώθηκε από τον πελάτη». Του έστειλα στιγμιότυπο και από εκεί και πέρα δεν απάντησα σε καμία κλήση του.
Στις πέντε το απόγευμα μου έγραψε ο ίδιος ο Λουκάς. Ζήτησε να επιβεβαιώσω ότι πράγματι δεν συμμετείχα στη συμφωνία και ότι δεν είχα υποσχεθεί χρηματοδότηση. Του απάντησα γραπτώς τα ίδια: δεν έχω υπογράψει σύμβαση, δεν διαθέτω χρήματα, ο Ανδρέας ενεργεί μόνος του. Σαράντα λεπτά αργότερα έλαβα μήνυμα από τον Ανδρέα: «Τα χάλασες όλα». Το προώθησα στον δικηγόρο χωρίς κανένα σχόλιο.
Ο Ανδρέας επέστρεψε λίγο πριν από τις επτά. Αυτή τη φορά η Καλλιόπη δεν ήταν μαζί του. Δεν έμοιαζε τόσο θυμωμένος όσο στριμωγμένος: το μπουφάν του ήταν ξεκούμπωτο, κρατούσε το κινητό σφιχτά στο χέρι και στην οθόνη του οι ειδοποιήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη.
— Ο Λουκάς απέσυρε τη συμφωνία, είπε από την είσοδο. Δίνει το μερίδιο σε άλλους.
— Άρα δεν περίμενε άλλο τα χρήματα.
— Δεν θα μου επιστρέψει την προκαταβολή.
— Αυτόν τον όρο τον αποδέχτηκες μόνος σου.
Ο Ανδρέας πέρασε στην κουζίνα και κάθισε στην άδεια καρέκλα. Δεν ζητούσε πια δείπνο.
