— Για 6.000 ευρώ;
— Όχι για τα χρήματα. Για τα ψέματα. Για εκείνο το «μάζεψε τα πράγματά σου». Γιατί ακόμη κι απόψε δεν ήρθες να βρεις εμένα· ήρθες να ξανακερδίσεις την παλιά σου βολή.
— Σε αγαπώ.
Η Ελένη έριξε μια ματιά στο μπουκέτο.
— Αγαπάς το να πληρώνω εγώ τους λογαριασμούς, να σωπαίνω στο τραπέζι και να στέλνω χρήματα χωρίς να κάνω ερωτήσεις.
— Δεν είναι δίκαιο αυτό που λες.
— Ήταν δίκαιο να με λέτε φιλοξενούμενη στο ίδιο μου το σπίτι;
Ο Γεώργιος σήκωσε απότομα το βλέμμα.
— Εγώ δεν το είπα ποτέ.
— Το είπε η μητέρα σου. Κι εσύ δεν έβγαλες λέξη. Για μένα, αυτό φτάνει.
Πέταξε τα λουλούδια πάνω στο παγκάκι.
— Καλά. Ζήσε μόνη σου λοιπόν. Θα δούμε πόσο θα αντέξεις.
— Θα αντέξω.
— Με τα φορεματάκια σου;
— Με τα φορεματάκια μου.
Έφυγε βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας. Η Ελένη δεν έσκυψε να πάρει το μπουκέτο. Ένα λεπτό αργότερα, μια γειτόνισσα βγήκε από την είσοδο, κοίταξε τα τριαντάφυλλα και ρώτησε:
— Δικά σας είναι;
— Όχι, απάντησε η Ελένη. — Έκαναν λάθος διεύθυνση.
Τον Σεπτέμβριο την κάλεσαν να παραδώσει ένα εργαστήριο στο δημοτικό κέντρο χειροτεχνίας. Η ομάδα ήταν μικρή: γυναίκες απλές, καθημερινές, που ήθελαν να μάθουν να ράβουν για τον εαυτό τους. Η Ελένη στάθηκε μπροστά τους με τη μεζούρα περασμένη στον λαιμό και, ξαφνικά, συνειδητοποίησε κάτι. Κανείς δεν τη ρωτούσε σε ποιον όφειλε ευγνωμοσύνη. Κανείς δεν αποκαλούσε τη δουλειά της ασήμαντη. Κανείς δεν απαιτούσε να χρηματοδοτήσει, με τα δικά της χρήματα, τα όνειρα κάποιου άλλου.
Μετά το μάθημα, την πλησίασε μια γυναίκα γύρω στα εξήντα.
— Τα εξηγείτε σαν να διδάσκατε μια ζωή.
— Όχι, είπε η Ελένη. — Απλώς χρειάστηκε πολλές φορές να ξεκινήσω από την αρχή.
Η γυναίκα χαμογέλασε.
— Αυτό φαίνεται.
Εκείνο το βράδυ η Ελένη αγόρασε μια καινούρια βαλίτσα. Δεν ήταν ακριβή. Ήταν όμως γερή, σκούρα πράσινη, με σταθερή λαβή. Την παλιά, τη γκρι, δεν την πέταξε. Την άφησε στην αποθήκη της Μαρίνας.
— Ας μείνει εδώ, είπε. — Αυτή με έβγαλε από εκεί μέσα.
Η Μαρίνα γέλασε.
— Και η καινούρια πού θα πάει;
— Σε ταξίδι. Δήλωσα συμμετοχή σε μια έκθεση υφασμάτων στη Λάρισα.
— Μόνη σου;
— Μόνη μου.
Τον Οκτώβριο το δικαστήριο έβγαλε το διαζύγιο χωρίς φωνές και θεατρικές σκηνές. Ο Γεώργιος εμφανίστηκε μαζί με τη Βαλεντίνα Παπαδοπούλου. Εκείνη καθόταν δίπλα του στον διάδρομο και παρίστανε πως δεν έβλεπε την Ελένη. Όταν όμως ο Γεώργιος απομακρύνθηκε προς το παράθυρο, η πρώην πεθερά της έσκυψε προς το μέρος της.
— Ικανοποιήθηκες τώρα;
— Ηρέμησα.
— Ο Γεώργιος έχει καταρρεύσει εξαιτίας σου.
— Εξαιτίας μου σταμάτησε απλώς να ζει με δικά μου χρήματα.
— Είσαι σκληρή γυναίκα.
Η Ελένη έβαλε την ταυτότητά της μέσα στην τσάντα.
— Όχι. Απλώς δεν είμαι πια δική σας.
Η Βαλεντίνα Παπαδοπούλου ετοιμάστηκε να απαντήσει, αλλά ο Γεώργιος γύρισε. Έδειχνε θυμωμένος και χαμένος μαζί.
— Ελένη, σε ρωτάω για τελευταία φορά. Είσαι σίγουρη ότι δεν θέλεις να τα βρούμε πολιτισμένα;
— Για ποιο πράγμα;
— Ε, έστω… να βοηθήσεις λίγο με το χρέος του αυτοκινήτου. Τόσα χρόνια ήμασταν μαζί.
Τον κοίταξε χωρίς να ταραχτεί.
— Γεώργιε, μου ζήτησες 6.000 ευρώ για τη μητέρα σου. Μετά προσπαθήσατε και οι δύο να παρουσιάσετε εμένα ως εκείνη που διέλυσε την οικογένεια. Και τώρα ζητάς να πληρώσω και το χρέος του αυτοκινήτου. Ήρθες έστω μία φορά μόνο για να μου ζητήσεις συγγνώμη;
Εκείνος απέφυγε το βλέμμα της.
— Σου είπα ότι παραφέρθηκα.
— Αυτό δεν είναι συγγνώμη.
— Τι άλλο θέλεις πια;
— Τίποτα. Εκεί βρίσκεται όλη η διαφορά.
Όταν βγήκε από το δικαστήριο, η μέρα ήταν στεγνή και ψυχρή. Δεν είχε καμία ιδιαίτερη ομορφιά, καμία μουσική γιορτής, κανένα σημάδι από τον ουρανό. Ήταν απλώς η μέρα που μια μακριά ιστορία έφτανε στο τέλος της.
Περπάτησε μέχρι τη στάση, μα δεν ανέβηκε στο πρώτο λεωφορείο που ήρθε. Τηλεφώνησε στη Μαρίνα.
— Τελείωσε.
— Πώς είσαι;
Η Ελένη κοίταξε το είδωλό της στο τζάμι της στάσης. Τα καστανά της μαλλιά ήταν πιασμένα σε κότσο, το παλτό κουμπωμένο, και στο χέρι κρατούσε την καινούρια σκούρα πράσινη βαλίτσα για το ταξίδι.
— Σταθερή.
— Έλα από εδώ. Θα το γιορτάσουμε με τσάι.
— Θα έρθω. Πρώτα όμως θα περάσω από το εργαστήριο. Με περιμένει μια παραγγελία.
— Δεν αλλάζεις με τίποτα.
— Το αντίθετο. Τώρα μόλις άλλαξα όπως έπρεπε.
Μία εβδομάδα αργότερα, ο Γεώργιος της έστειλε ένα σύντομο μήνυμα: «Η μαμά λέει ότι θα μπορούσες, παρ’ όλα αυτά, να βοηθήσεις την Ιρίνα. Εκείνη δεν φταίει σε τίποτα».
Η Ελένη το διάβασε και, για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, δεν άρχισε να ψάχνει την πιο προσεκτική απάντηση για να μη στενοχωρήσει κανέναν. Έγραψε μόνο:
«Τα δικά μου χρήματα δεν λύνουν πια τα προβλήματα της οικογένειάς σας».
Ύστερα έβαλε το τηλέφωνο στην τσάντα.
Στο εργαστήριο μύριζε καινούριο ύφασμα και ατμός από το σίδερο. Πάνω στο τραπέζι ήταν απλωμένο το πατρόν ενός σκούρου μπλε φορέματος για μια γυναίκα που, μετά τη σύνταξη, είχε αποφασίσει να ανέβει στη σκηνή ενός ερασιτεχνικού θεάτρου. Η Ελένη πέρασε την παλάμη της πάνω από το ύφασμα, έλεγξε τη γραμμή του ώμου και χαμογέλασε.
Έξω από το παράθυρο κάποιοι λογομαχούσαν δυνατά. Στον διπλανό χώρο οι μαθήτριές της γελούσαν. Η ζωή προχωρούσε χωρίς τον Γεώργιο, χωρίς τη Βαλεντίνα Παπαδοπούλου, χωρίς παρακλήσεις για «επείγουσες μεταφορές» και χωρίς ξένα χρέη.
Η Ελένη άναψε τη λάμπα.
Το ψαλίδι κάθισε στο χέρι της με σιγουριά.
Η παλιά γκρι βαλίτσα είχε μείνει πίσω. Και τα 6.000 ευρώ εξακολουθούσαν να βρίσκονται στον λογαριασμό της. Όχι σαν εκδίκηση. Όχι σαν απόδειξη. Αλλά σαν ήσυχο στήριγμα μιας γυναίκας που άκουσε την αλήθεια την κατάλληλη στιγμή και, επιτέλους, διάλεξε τον εαυτό της.
