«για κάθε ενδεχόμενο» — είπε ο Νίκος παραδίδοντας τα κλειδιά στη μητέρα του, αφήνοντας τη Μαρία σιωπηλή και οργισμένη

Απάνθρωπη αδικία, ανυπόφορη και παρεμβατική παρουσία.
Ιστορίες

Η Μαρία Σιδέρης είχε αποκτήσει εκείνο το διαμέρισμα σχεδόν μόνη της. Δεν το υπολόγιζε επίτηδες, ούτε κρατούσε λογαριασμό από κακία· απλώς έτσι είχαν έρθει τα πράγματα. Εκείνη την περίοδο ο Νίκος Γιαννόπουλος είχε μόλις αλλάξει δουλειά, ο μισθός του ήταν χαμηλός, κι έτσι το μεγαλύτερο μέρος της προκαταβολής έπεσε στις δικές της πλάτες. Από τις οικονομίες της έβαλε περίπου 7.300 ευρώ, χρήματα που μάζευε τέσσερα χρόνια δουλεύοντας ως ανώτερη λογίστρια σε κατασκευαστική εταιρεία. Ο Νίκος πρόσθεσε άλλα 800 ευρώ. Το στεγαστικό δάνειο βγήκε και στα δύο ονόματα, όμως τις μηνιαίες δόσεις —γύρω στα 210 ευρώ— στην πράξη τις κάλυπτε εκείνη, επειδή ο δικός της μισθός ήταν σταθερός, ενώ ο άντρας της είχε μήνες που μετά βίας έβγαζε τα έξοδα για τα ψώνια. Στα χαρτιά το σπίτι ανήκε και στους δύο. Μέσα της, όμως, η Μαρία ήξερε πάντα πως αυτό το διαμέρισμα ήταν δικό της. Όχι από φιλαργυρία. Ήταν απλώς η πραγματικότητα.

Η Βασιλική Μακρή μπήκε στη ζωή τους αμέσως μετά τον γάμο. Για την ακρίβεια, δεν είχε λείψει ποτέ ούτε πριν· απλώς τότε η παρουσία της αφορούσε μόνο τον Νίκο, ενώ τώρα άγγιζε και τη Μαρία. Τα κλειδιά του σπιτιού βρέθηκαν στα χέρια της πεθεράς από την πρώτη κιόλας στιγμή. Ο Νίκος της τα είχε δώσει πριν ακόμη κάνουν εγκαίνια στο διαμέρισμα, «για κάθε ενδεχόμενο», όπως είπε. Ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να σπάσει κανένας σωλήνας ενώ λείπουν στη δουλειά.

— Η μαμά μένει κοντά, έλεγε. Δέκα λεπτά με τα πόδια. Είναι πρακτικό.

Τότε η Μαρία δεν απάντησε. Τον πρώτο καιρό, γενικά, προτιμούσε τη σιωπή. Παρατηρούσε, συνήθιζε, προσπαθούσε να μη δημιουργεί εντάσεις εκεί όπου ίσως δεν υπήρχε λόγος. Ίσως η Βασιλική Μακρή να ήταν απλώς τέτοιος άνθρωπος: ανήσυχη, υπερπροστατευτική, μια μητέρα που δεν ήξερε πώς να αφήσει τον γιο της να σταθεί μόνος του. Συμβαίνουν αυτά, σκέφτηκε η Μαρία, και αποφάσισε να κάνει υπομονή.

Η Βασιλική εμφανιζόταν όποτε της ερχόταν. Άλλοτε στις επτάμισι το πρωί, προτού η Μαρία προλάβει καλά καλά να πλύνει το πρόσωπό της. Άλλοτε καταμεσήμερο, ενώ εκείνη δούλευε από το σπίτι. Κάποιες φορές πλησίαζε το απόγευμα· χωρίς τηλεφώνημα, χωρίς προειδοποίηση, ακουγόταν μόνο το κλικ της κλειδαριάς και ύστερα η φωνή της πεθεράς στον διάδρομο:

— Εγώ είμαι, μην τρομάξετε.

Η Μαρία τρόμαζε κάθε φορά.

Η Βασιλική Μακρή δεν ερχόταν για να καθίσει λίγο, να πιει έναν καφέ ή να πουν δυο κουβέντες. Κάθε επίσκεψή της έμοιαζε με επιθεώρηση. Γύριζε το σπίτι μεθοδικά, άνοιγε τα ντουλάπια της κουζίνας, κοίταζε τι υπήρχε στο ψυγείο, μετακινούσε κατσαρόλες και σκεύη σύμφωνα με τη δική της τάξη. Μια μέρα πέταξε μισό κιλό φαγόπυρο, επειδή έκρινε πως είχε παλιώσει. Η Μαρία το είχε αγοράσει μόλις τρεις ημέρες πριν. Μια άλλη φορά πήρε όλες τις πετσέτες από το μπάνιο και τις έβαλε σε άλλο ντουλάπι, μόνο και μόνο επειδή, κατά τη γνώμη της, εκεί «έπρεπε» να βρίσκονται.

Ύστερα από κάθε τέτοια επίσκεψη, η Βασιλική τηλεφωνούσε στον Νίκο. Η Μαρία δεν άκουγε ποτέ ολόκληρες τις συζητήσεις τους, όμως καταλάβαινε πολύ καλά το περιεχόμενο από το ύφος με το οποίο ο άντρας της γύριζε στο σπίτι.

— Η μαμά λέει πως δεν καθάρισες την κουζίνα μετά το μαγείρεμα.

— Η μαμά λέει ότι στο μπάνιο έχεις πάλι πράγματα πεταμένα.

— Η μαμά λέει πως δεν ξέρεις καθόλου να οργανώνεις τον χώρο.

Η Μαρία τον κοιτούσε και αναρωτιόταν: ακούει άραγε τι ξεστομίζει; Καταλαβαίνει τι ακριβώς λέει αυτή τη στιγμή;

— Νίκο, του είπε μια φορά με ήρεμη φωνή, δεν θέλω η μητέρα σου να μπαίνει στο σπίτι χωρίς να τηλεφωνεί. Με φέρνει σε δύσκολη θέση. Με ενοχλεί. Θέλω, όταν είμαι στο σπίτι μου, να νιώθω ασφαλής.

Ο Νίκος αναστέναξε με εκείνο το ύφος ανθρώπου που εξηγεί κάτι αυτονόητο σε παιδί.

— Μαρία, έλα τώρα… είναι η μητέρα μου. Δεν το κάνει από κακό. Θέλει μόνο να βοηθήσει. Κάνε λίγη υπομονή και θα ηρεμήσει.

Η μητέρα του δεν ηρέμησε.

Πέρασε ένας χρόνος, έπειτα δεύτερος. Οι επισκέψεις δεν αραίωσαν. Οι παρατηρήσεις δεν σταμάτησαν. Η Μαρία έμαθε απ’ έξω να αντιδρά ψύχραιμα —ούτε να απαντά απότομα ούτε να υψώνει τη φωνή— όμως μέσα της κάτι μετατοπιζόταν αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Κάθε πρωί, μόλις άνοιγε τα μάτια της, κρατούσε για μια στιγμή την ανάσα της και σκεφτόταν: θα εμφανιστεί σήμερα ή όχι; Κάθε επιστροφή στο σπίτι άρχισε να κουβαλά την ίδια σιωπηλή αγωνία.

Ψίθυροι Ζωής