«Γυναίκα μου είσαι, όχι καμιά ξένη» — είπε ο Γεώργιος απαιτητικά ενώ η πεθερά του ζητούσε έξι χιλιάδες ευρώ

Αδικαιολόγητη απαίτηση, ντροπιαστική κυνικότητα, ανείπωτος πόνος.
Ιστορίες

— Και λοιπόν; Τι ακριβώς άκουσες; Δυο γριές λένε ό,τι τους κατέβει.

— Άκουσα πως δεν θα γίνει καμία ανακαίνιση. Πως τα χρήματα θα πάνε στην Ιρίνα. Πως κανείς δεν είχε σκοπό να γράψει απόδειξη. Και πως εγώ είμαι μια παρασιτική φιλοξενούμενη.

— Μπορεί να της ξέφυγε πάνω στα νεύρα της.

— Πολύ ήρεμα νεύρα είχε.

Ο Γεώργιος πέταξε το κινητό του πάνω στο τραπέζι.

— Έτσι λοιπόν; Για δυο κουβέντες θα αρνηθείς στη μητέρα μου;

— Όχι για δυο κουβέντες. Για την αλήθεια.

— Έχεις καλομάθει, Ελένη. Ζεις μέσα στην οικογένειά μου, κουβαλάς το επίθεμό μου, και λυπήθηκες 6.000 ευρώ για τη μητέρα του άντρα σου.

— Για τη δική σου μητέρα. Όχι για τη δική μου.

Εκείνος γέλασε απότομα, σχεδόν κοφτά.

— Επιτέλους. Να που φάνηκε ποια είσαι στ’ αλήθεια.

Η εξώπορτα άνοιξε. Η Βαλεντίνα Παπαδοπούλου μπήκε στο διαμέρισμα με έκφραση ανθρώπου που είχε ήδη καταλάβει πως το σχέδιο είχε στραβώσει.

— Γεώργιε;

— Δεν τα στέλνει.

Η πεθερά έλυσε αργά το μαντίλι από το κεφάλι της.

— Για ποιον λόγο;

— Επειδή άκουσα τι λέγατε με τη Ζωή Δημητρίου στην είσοδο.

Η Βαλεντίνα Παπαδοπούλου κάρφωσε το βλέμμα της πάνω στην Ελένη. Δεν υπήρχε φόβος στα μάτια της. Μόνο ενόχληση.

— Δεν είναι ωραίο να κρυφακούς.

— Ούτε να κοροϊδεύεις είναι ωραίο.

— Α, μάλιστα. Γίναμε και ηθικολόγοι τώρα. Έντεκα χρόνια δίπλα στον γιο μου μια χαρά σου ήταν; Εκείνος σε κουβαλούσε στις πλάτες του.

Η Ελένη γύρισε για μια στιγμή προς τον άντρα της.

— Γεώργιε, δείξε στη μητέρα σου τις πληρωμές των τελευταίων οκτώ μηνών. Ρεύμα, νερό, κοινόχρηστα, σούπερ μάρκετ, δόση για το αυτοκίνητό σου, φάρμακα για εκείνη όταν τα ζητούσε.

— Μην αρχίζεις τώρα τους λογαριασμούς.

— Θα τους αρχίσω. Γιατί το «με κουβαλούσε» είναι πολύ βαριά κουβέντα για την περίπτωσή μας.

Η Βαλεντίνα Παπαδοπούλου ακούμπησε την τσάντα της στην καρέκλα.

— Η γυναίκα οφείλει να στηρίζει τον άντρα της.

— Και ο άντρας οφείλει να λέει ψέματα μαζί με τη μητέρα του;

Ο Γεώργιος χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι.

— Αρκετά! Τώρα θα κάνεις τη μεταφορά και τελειώνουμε εδώ.

— Όχι.

— Τότε μάζεψε τα πράγματά σου.

Η Βαλεντίνα Παπαδοπούλου ανασήκωσε ελάχιστα το πιγούνι. Περίμενε την παλιά, γνώριμη αντίδραση: η Ελένη θα χαμήλωνε το βλέμμα, θα άρχιζε να δικαιολογείται, θα παρακαλούσε να μην ειπωθούν βαριές κουβέντες. Έτσι γινόταν πάντα. Μετά τους καβγάδες. Μετά τις προσβολές στα οικογενειακά τραπέζια. Μετά τις συμβουλές περί «γυναικείας σοφίας», που για την πεθερά σήμαινε ένα πράγμα: σιωπή.

Μόνο που αυτή τη φορά η Ελένη κατευθύνθηκε στο δωμάτιο.

Ο Γεώργιος την ακολούθησε.

— Πού πας;

— Να μαζέψω τα πράγματά μου.

Σταμάτησε στο κατώφλι.

— Δηλαδή φεύγεις;

— Εσύ μου το πρότεινες.

— Το είπα για να σε τρομάξω!

— Δεν έπιασε.

Η Ελένη κατέβασε από το πατάρι μια γκρίζα βαλίτσα. Παλιά, με φθαρμένη λαβή. Την είχε αγοράσει κάποτε με 9 ευρώ, πριν από το πρώτο της επαγγελματικό ταξίδι. Ο Γεώργιος την κορόιδευε πάντα γι’ αυτήν.

— Με αυτό το σαράβαλο θα φύγεις; — είπε. — Ταιριαστό, δεν λέω.

— Είναι πρακτική. Δεν χωράει περιττά βάρη.

Έβαλε μέσα τα έγγραφά της, λίγα φορέματα, το λάπτοπ, ένα μικρό κουτί με το ρολόι του πατέρα της και έναν φάκελο με αποδείξεις. Όχι μπλε. Έναν απλό χάρτινο, με λάστιχο.

Ο Γεώργιος την παρακολουθούσε.

— Το βράδυ θα γυρίσεις.

— Όχι.

— Αύριο τότε.

— Ούτε αύριο.

— Ελένη, ποιος νομίζεις ότι σε χρειάζεται με τις αρχές σου;

Εκείνη έκλεισε το φερμουάρ της βαλίτσας.

— Εγώ.

Η Βαλεντίνα Παπαδοπούλου στεκόταν στον διάδρομο και την κοιτούσε αφ’ υψηλού, παρόλο που ήταν πιο κοντή.

— Έγινες έξυπνη τώρα; Καλά. Μόνο να μην έρθεις μετά. Ο Γεώργιος είναι μαλακός, εγώ όμως πίσω δεν θα σε αφήσω να μπεις.

— Δεν θα χρειαστεί.

— Α, έτσι λοιπόν;

— Ακριβώς έτσι.

Η Ελένη βγήκε από το διαμέρισμα χωρίς να βροντήξει την πόρτα. Στο πλατύσκαλο μύριζε μπογιά και παλιά σκόνη. Δίπλα στο ασανσέρ έβγαλε το κινητό της και τηλεφώνησε στη Μαρίνα, φίλη της από την εποχή που δούλευαν μαζί στο ατελιέ.

— Μαρίνα, έχεις ακόμη ελεύθερο εκείνο το δωμάτιο;

— Το έχω. Τι έγινε;

— Θα σου πω μετά. Μπορώ να μείνω δυο εβδομάδες;

— Έλα.

— Θα σου πληρώσω νοίκι.

— Πρώτα έλα.

Σαράντα λεπτά αργότερα, η Ελένη καθόταν στην κουζίνα της Μαρίνας. Η φίλη της της έβαλε ζεστό τσάι και έσπρωξε μπροστά της ένα πιάτο με τυρί. Δεν ρώτησε τίποτα. Δεν την κοίταξε με λύπηση. Κι αυτό άξιζε περισσότερο από κάθε παρηγοριά.

— 6.000 ευρώ; — επανέλαβε η Μαρίνα, όταν η Ελένη τής τα διηγήθηκε όλα.

— Ναι.

— Και ήσουν έτοιμη να τα στείλεις;

— Είχα ήδη ανοίξει την εφαρμογή.

Η Μαρίνα την κοίταξε πολλή ώρα χωρίς να μιλά.

— Ο πατέρας σου σε κράτησε από το χέρι από εκεί που βρίσκεται.

Η Ελένη έβγαλε τη βέρα της και την ακούμπησε δίπλα στο φλιτζάνι.

— Όχι. Εγώ κράτησα τον εαυτό μου.

Την επόμενη μέρα ο Γεώργιος έστειλε το πρώτο μήνυμα: «Μην κάνεις ανοησίες. Γύρνα».

Μία ώρα μετά ήρθε το δεύτερο: «Η μαμά δεν είναι καλά εξαιτίας σου».

Ως το βράδυ έφτασε και το τρίτο: «Διέλυσες την οικογένεια για τα λεφτά».

Η Ελένη δεν απάντησε. Πήγε στη δουλειά, τελείωσε τις επείγουσες παραγγελίες και μετά το μεσημέρι πέρασε από την τράπεζα. Εκεί μετέφερε τα 6.000 ευρώ σε προθεσμιακό λογαριασμό με περιορισμό άμεσων κινήσεων και έκοψε την πρόσβαση στον κοινό αποταμιευτικό λογαριασμό, όπου μέχρι τότε έβαζε μηχανικά τον μισθό της.

Ύστερα κάθισε σε ένα μικρό καφέ, δίπλα στο παράθυρο, και άνοιξε τον φάκελο με τις αποδείξεις.

Η εικόνα που σχηματίστηκε ήταν απλή. Και δυσάρεστη.

Τους τελευταίους μήνες ο Γεώργιος σχεδόν δεν συμμετείχε στα έξοδα. Τον μισθό του τον έστελνε κομμάτι κομμάτι στη μητέρα του. Για τα ψώνια του σπιτιού πλήρωνε η Ελένη.

Ψίθυροι Ζωής