Τώρα, στο κεφαλόσκαλο, όλα τα βλέμματα είχαν καρφωθεί πάνω στην Κυριακή Χατζηκωνσταντίνου. Το βλέμμα της «αυτοκράτειρας» έχανε γρήγορα την αρχοντική του ψυχραιμία και έπαιρνε ύφος ανακριτή.
— Κυριακή; — ρώτησε χαμηλόφωνα. — Τελικά, γιατί να μη μείνω πράγματι σε εσένα;
Η πεθερά κατάπιε σπασμωδικά. Άρχισε να τακτοποιεί νευρικά τα μαλλιά της, αποφεύγοντας με κάθε τρόπο να συναντήσει τα μάτια της φίλης της.
— Μαρινάκι μου… ε, καταλαβαίνεις τώρα. Στη βιβλιοθήκη μου έχει σκόνη, κι εσύ έχεις αλλεργίες. Κι έπειτα, δεν έχουμε το ίδιο πρόγραμμα. Εσύ ξυπνάς από τις έξι και κοπανάς κατσαρόλες, ενώ εμένα μου ανεβοκατεβαίνει η πίεση, χρειάζομαι ησυχία και ύπνο… Για καλό το σκέφτηκα! Η Ιωάννα Νικολόπουλος είναι νέα, γερή, δεν θα της ήταν κόπος να σε φροντίσει λίγο!
— Εσύ μου είπες ότι η Ιωάννα Νικολόπουλος προσφέρθηκε μόνη της να μου παραχωρήσει δωμάτιο και πως τα είχε ετοιμάσει όλα από καιρό, — είπε η Μαρίνα Σιδέρης, προφέροντας καθαρά κάθε λέξη. Η φωνή της είχε παγώσει. — Δηλαδή αποφάσισες να ξεφορτωθείς την καλύτερή σου φίλη στο σπίτι ξένων ανθρώπων, που ούτε καν με περίμεναν, λέγοντας ψέματα σε όλους μας; Κι όλα αυτά για να μη σου χαλάω τον πρωινό ύπνο; Συγκινητική γενναιοδωρία, Κυριακούλα. Με ξένα χέρια.
Ο Ανδρέας Κωστόπουλος έκανε ένα βήμα μπροστά και βγήκε οριστικά από τη σκιά του διαδρόμου. Στο βλέμμα του δεν υπήρχε πια ούτε αμφιβολία ούτε ενοχή.
— Μαμά, δώσε πίσω το κλειδί. Αυτό που παρέδωσες. Και το δικό σου επίσης, — είπε ήρεμα, απλώνοντας το χέρι.
Η Κυριακή Χατζηκωνσταντίνου κατάλαβε πως το μεγαλοφυές της σχέδιο όχι μόνο είχε καταρρεύσει, αλλά την είχε πλακώσει κάτω από το βάρος του ίδιου της του κύρους. Με χέρια που έτρεμαν, έβγαλε από την τσάντα της την αρμαθιά. Ξεχώρισε δύο κλειδιά και τα πέταξε εκνευρισμένη πάνω στο έπιπλο της εισόδου.
— Μην περιμένετε ξανά βοήθεια από μένα! — ανακοίνωσε, λες και μέχρι εκείνη τη στιγμή μας είχε φορτώσει με αμέτρητες ευεργεσίες.
— Κυριακή, στάσου, — διέταξε η Μαρίνα Σιδέρης με τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση, πιάνοντας το τηλεσκοπικό χερούλι της μεγαλύτερης βαλίτσας. — Θα πάμε σε εσένα. Αλλεργία στη σκόνη δεν έχω. Στην υποκρισία, όμως, μόλις απέκτησα. Θα μείνω στο δωμάτιο των ξένων σου. Έτσι θα διαπιστώσουμε κιόλας πώς βοηθούν οι άνθρωποι ο ένας τον άλλον στην Ελλάδα. Πάρε τον φίκο.
Πίσω από την πόρτα ακούστηκε ο θόρυβος από τις ρόδες των βαλιτσών, ενώ η Κυριακή Χατζηκωνσταντίνου διαμαρτυρόταν αγανακτισμένη να μη λερωθούν τα φύλλα του φίκου στον τοίχο του ασανσέρ.
Ο Ανδρέας Κωστόπουλος κοίταξε τα κλειδιά που είχαν επιστρέψει και κείτονταν πάνω στο έπιπλο.
— Η μαμά ήθελε να βοηθήσει τη φίλη της. Τώρα, επιτέλους, θα τη βοηθήσει. Προσωπικά.
Έβαλα τα κλειδιά στο συρτάρι. Η κρεβατοκάμαρά μας έμεινε δική μας, ενώ η γενναιοδωρία που μοιραζόταν εις βάρος άλλων πήγε, επιτέλους, στη σωστή της διεύθυνση.
