“Της έδωσα ήδη αντικλείδι για την πόρτα σας” — η πεθερά διατάζει την Ιωάννα να αδειάσει την κρεβατοκάμαρα ώστε να μετακομίσει η φίλη της

Απροκάλυπτα εγωιστική και αδικαιολόγητα ψεύτικη μεγαλοψυχία.
Ιστορίες

— Καλημέρα σας, κυρία Σιδέρη. Με την κλειδαριά δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα. Το ζήτημα είναι ότι το κλειδί σάς το έδωσε κάποιος που ούτε μένει εδώ ούτε έχει δικαίωμα να αποφασίζει για το σπίτι.

— Τι ανόητα αστειάκια είναι αυτά; — αγανάκτησε η Μαρίνα Σιδέρης, ισιώνοντας με θιγμένη μεγαλοπρέπεια το μεταξωτό φουλάρι στον λαιμό της. — Η Κυριακή μού είπε ότι σας έχει ενημερώσει. Έχω αυστηρό πρόγραμμα, πρέπει να ξαπλώσω αμέσως. Και ελπίζω να έχετε πάρει κουνέλι από παραγωγό για το μεσημεριανό. Του εμπορίου δεν επιτρέπεται να φάω.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή το ασανσέρ άνοιξε με ένα απαλό κουδούνισμα και στο πλατύσκαλο εμφανίστηκε η ίδια η Κυριακή Χατζηκωνσταντίνου. Είχε έρθει αυτοπροσώπως για να επιβλέψει την εγκατάσταση της προστατευόμενής της. Μόλις είδε τη φίλη της ακόμη καθηλωμένη πάνω στο χαλάκι της εισόδου, αγκαλιά με τον φίκο και περιτριγυρισμένη από βαλίτσες, κοκκίνισε ως τις ρίζες των μαλλιών της.

— Ιωάννα! Τι παράσταση έχεις στήσει εδώ; Γιατί αφήνεις έναν αξιοσέβαστο άνθρωπο να στέκεται μέσα στο ρεύμα;

— Κυριακή Χατζηκωνσταντίνου, η φιλοξενία απαιτεί οι οικοδεσπότες να προσφέρουν στον καλεσμένο τους το καλύτερο! — δήλωσε θεατρικά η Μαρίνα Σιδέρης, νιώθοντας πως είχε πλέον ισχυρή ενίσχυση στο πλευρό της.

— Κυρία Σιδέρη, το διαμέρισμα είναι δικό μου, — απάντησα ήρεμα, κρατώντας ένα ευγενικό χαμόγελο. — Δεν σας κάλεσα να μείνετε μαζί μας και δεν έδωσα ποτέ τη συγκατάθεσή μου γι’ αυτό.

— Αχάριστη και συμφεροντολόγα! — τσίριξε η πεθερά μου.

Πρόβαλε το στήθος της μπροστά, σαν περιστέρι της πλατείας έτοιμο να δώσει μάχη μέχρι τελικής πτώσεως για ένα ξερό κομμάτι ψωμί.

Πίσω μου, στο χολ, στεκόταν ο Ανδρέας Κωστόπουλος. Δεν μιλούσε. Άκουγε μόνο προσεκτικά τη μητέρα του να εξηγεί στη φίλη της γιατί η άνεση εκείνης άξιζε περισσότερο από την ηρεμία του ίδιου της του γιου.

— Κυριακή Χατζηκωνσταντίνου, μην κουράζεστε άδικα, — είπα, κάνοντας ένα βήμα μπροστά και στρέφοντας το βλέμμα μου στη φιλοξενούμενη με τις αποσκευές. — Κυρία Σιδέρη, έχω μια πολύ απλή και απολύτως λογική απορία. Είστε η καλύτερη φίλη της πεθεράς μου, σωστά;

— Φυσικά! Σαράντα χρόνια φίλες είμαστε! — επιβεβαίωσε εκείνη με περηφάνια, τεντώνοντας την πλάτη της.

— Υπέροχα. Η Κυριακή Χατζηκωνσταντίνου έχει ένα ευρύχωρο τριάρι. Στο ένα δωμάτιο κοιμάται. Το δεύτερο είναι ξενώνας, με εξαιρετικό καναπέ. Το τρίτο το έχει κάνει βιβλιοθήκη, όπου φυλάει δεμένες σειρές από παλιά περιοδικά. Γιατί, λοιπόν, η πιο στενή σας φίλη σάς στέλνει να μείνετε στη νύφη της, σε ένα δυάρι, όπου θα έπρεπε να εξορίσω τον άντρα μου σε έναν βουλιαγμένο καναπέ και να πλένω εγώ τα δικά σας σεντόνια; Για ποιον λόγο δεν σας φιλοξένησε στο δικό της σπίτι, στο άνετο και ελεύθερο δωμάτιο;

Η Μαρίνα Σιδέρης γύρισε αργά προς τη φίλη της.

Ψίθυροι Ζωής