“Της έδωσα ήδη αντικλείδι για την πόρτα σας” — η πεθερά διατάζει την Ιωάννα να αδειάσει την κρεβατοκάμαρα ώστε να μετακομίσει η φίλη της

Απροκάλυπτα εγωιστική και αδικαιολόγητα ψεύτικη μεγαλοψυχία.
Ιστορίες

Έμεινε αρκετή ώρα στο μπάνιο, σαπουνίζοντας σχολαστικά τα χέρια του, ύστερα τα σκούπισε με μια επιμέλεια που πρόδιδε περισσότερο αμηχανία παρά καθαριότητα. Ήταν φανερό πως προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη. Η μητέρα του, προφανώς, είχε ήδη φροντίσει να τον ενημερώσει από το δικό της, εναλλακτικό κανάλι επικοινωνίας.

— Ιωάννα… μήπως να δεχτούμε τη θεία Μαρίνα; — ξεκίνησε διστακτικά ο Ανδρέας, μόλις κάθισε στο τραπέζι. — Η μαμά το ζήτησε τόσο επίμονα. Λέει πως πρέπει να βοηθάμε τους ανθρώπους. Θα κάνουμε μια καλή πράξη, μόνο για έναν μήνα. Είναι ήσυχη γυναίκα, δεν θα ενοχλήσει κανέναν.

Στάθηκα στο χολ και τον κοίταξα χωρίς να βιαστώ να απαντήσω.

— Ανδρέα, — είπα, ακουμπώντας τις παλάμες μου στη ράχη μιας καρέκλας. — Η μητέρα σου θα πάρει τον τίτλο της σωτήρα. Εγώ θα φορτωθώ μαγείρεμα, πλυντήρια και μια ξένη γυναίκα μέσα στην κρεβατοκάμαρά μου. Εσύ θα περάσεις έναν μήνα στον ξεχαρβαλωμένο καναπέ και θα την πηγαινοφέρνεις για τις δουλειές της. Σου φαίνεται ακόμη καλή πράξη όλο αυτό;

Ο Ανδρέας έμεινε ακίνητος με το πιρούνι στον αέρα. Σιγά σιγά άρχισε να αντιλαμβάνεται το μέγεθος της συμφοράς που πλησίαζε. Το βλέμμα του γλίστρησε προς το γραφείο, εκεί όπου βρισκόταν ο παλιός καναπές των φιλοξενούμενων, με το μεσαίο ελατήριο που είχε την απαίσια συνήθεια να καρφώνεται ακριβώς ανάμεσα στα πλευρά.

— Περίμενε… Δηλαδή θα κοιμάται στο κρεβάτι μας;

— Ακριβώς. Στο δικό μας στρώμα. Κι εσύ θα την πηγαίνεις στο ιατρείο και στη λαϊκή, επειδή η μαμά σου της υποσχέθηκε κι αυτά.

— Θα πάρω τώρα τηλέφωνο τη μαμά, — είπε αποφασιστικά, σπρώχνοντας το πιάτο του στην άκρη.

— Μην μπεις στον κόπο, — αποκρίθηκα με ένα μικρό χαμόγελο, γεμίζοντας το φλιτζάνι μου με τσάι. — Ας έρθει.

Το πρωινό του Σαββάτου, η γαλήνη του ρεπό μας διαλύθηκε από έναν περίεργο θόρυβο στην εξώπορτα. Κάποιος προσπαθούσε με πείσμα να βάλει κλειδί στην κλειδαριά και να το γυρίσει. Το μυστικό ήταν απλό: δεν άλλαξα κλειδαριές ούτε έστησα οχυρά με έπιπλα. Είχα απλώς τραβήξει από μέσα τη νυχτερινή ασφάλεια. Κανένα κλειδί απ’ έξω δεν μπορούσε να τα βάλει μαζί της.

Ύστερα από πέντε λεπτά άκαρπων προσπαθειών, η απρόσκλητη επισκέπτρια πάτησε το κουδούνι. Παρατεταμένα, απαιτητικά, με μια αγανάκτηση που ακουγόταν καθαρά.

Πλησίασα χωρίς βιασύνη, ξεκούμπωσα την ασφάλεια και άνοιξα διάπλατα.

Στο κατώφλι στεκόταν η Μαρίνα Σιδέρης. Δίπλα της υψώνονταν τρεις τεράστιες βαλίτσες, μια πελώρια καρό τσάντα και, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ένας θεόρατος φίκος σε κεραμική γλάστρα. Η καλύτερη φίλη της πεθεράς μου έμοιαζε με χήρα αυτοκράτειρα στην εξορία, στην οποία κατά λάθος είχαν στείλει άμαξα κατώτερη των προσδοκιών της.

— Καλημέρα, Ιωάννα, — είπε ξερά, χωρίς την παραμικρή διάθεση να ζητήσει συγγνώμη για την εισβολή. — Τι συμβαίνει με την κλειδαριά σας; Η Κυριακή μού έδωσε κλειδί, αλλά δεν γυρίζει. Πάρτε τις βαλίτσες, είναι βαριές και εμένα δεν μου επιτρέπεται να σηκώνω βάρη.

Ψίθυροι Ζωής