“Της έδωσα ήδη αντικλείδι για την πόρτα σας” — η πεθερά διατάζει την Ιωάννα να αδειάσει την κρεβατοκάμαρα ώστε να μετακομίσει η φίλη της

Απροκάλυπτα εγωιστική και αδικαιολόγητα ψεύτικη μεγαλοψυχία.
Ιστορίες

— Ιωάννα, μην αρχίσεις τις υστερίες, αλλά μέχρι το Σάββατο να έχετε αδειάσει την κρεβατοκάμαρά σας. Η Μαρίνα Σιδέρης μετακομίζει. Της έδωσα ήδη αντικλείδι για την πόρτα σας, οπότε δεν χρειάζεται να την περιμένετε· θα μπει μόνη της.

Η φωνή της πεθεράς μου, της Κυριακής Χατζηκωνσταντίνου, ακουγόταν στο τηλέφωνο τόσο ατάραχη, λες και μου έλεγε πως αγόρασε ψωμί ή πως άρχισε να ψιχαλίζει. Άφησα αργά την κούπα με τον καφέ πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και ένιωσα μέσα μου να ξυπνά εκείνος ο ειρωνικός παρατηρητής που, συνήθως, με γλίτωνε από την παρόρμηση να καλέσω εξορκιστή στα οικογενειακά τραπέζια.

Η πεθερά μου είχε ένα σπάνιο χάρισμα: λάτρευε να δείχνει μεγαλόψυχη, συμπονετική και γενναιόδωρη, αρκεί το κόστος να το πλήρωνε κάποιος άλλος.

— Κυριακή Χατζηκωνσταντίνου, — ρώτησα με απόλυτη ψυχραιμία. — Ποια Μαρίνα; Και για ποια κλειδαριά δώσατε κλειδί;

— Μα ποια άλλη; Η φίλη μου, η Μαρίνα Σιδέρης! Της αλλάζουν τις σωληνώσεις στο διαμέρισμα, ολόκληρη ανακαίνιση, θα κρατήσει μήνα. Σκόνες, φασαρία, υδραυλικοί να μπαινοβγαίνουν. Δεν θα στείλουμε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο σε ξενοδοχείο! Παλιά, στην Ελλάδα, οι άνθρωποι στήριζαν ο ένας τον άλλον. Τώρα όλοι έγιναν εγωιστές, κοιτάζουν μόνο την πάρτη τους. Δωμάτιο άδειο μέσα σε οικογένεια δεν επιτρέπεται να κάθεται!

— Δεν έχουμε άδειο δωμάτιο, — της υπενθύμισα το αυτονόητο. — Έχουμε υπνοδωμάτιο και γραφείο.

— Αχ, μη φτιάχνεις προβλήματα από το τίποτα! — πέταξε εκείνη, κι ας ήμασταν από μακριά, σχεδόν την είδα να κουνά βασιλικά το χέρι της και να διώχνει τη λογική. — Θα κοιμηθείτε με τον Ανδρέα Κωστόπουλο στον καναπέ-κρεβάτι του γραφείου. Νέοι είστε, δεν θα σας λυθούν τα κόκαλα. Η Μαρίνα χρειάζεται ησυχία, ορθοπεδικό στρώμα και ελαφριά διατροφή. Της υποσχέθηκα ότι θα της φτιάχνεις μπιφτεκάκια στον ατμό, θα της λιώνεις λαχανικά και θα πλένεις τα ρούχα της. Έχετε και σύγχρονο πλυντήριο. Και μάζεψε τα προσωπικά σας από τη συρταριέρα της κρεβατοκάμαρας. Μη με ντροπιάσεις, της τα έχω ήδη τάξει όλα!

— Κυριακή Χατζηκωνσταντίνου, στην Ελλάδα που νοσταλγείτε τόσο θερμά, οι πόρτες ίσως άνοιγαν για όλους. Εσείς όμως δουλεύατε υπεύθυνη αποθήκης και ξέρατε να τις ανοίγετε μόνο στους χρήσιμους ανθρώπους, όταν υπήρχε κάτι δυσεύρετο.

— Φαρμακερό φίδι! — στρίγκλισε αμέσως η πεθερά μου.

Έκλεισε το τηλέφωνο με πάταγο, αφήνοντας πίσω της ένα τελευταίο σύριγμα, σαν σκασμένο λάστιχο ακριβού ξένου αυτοκινήτου.

Το βράδυ, όταν ο Ανδρέας Κωστόπουλος γύρισε από τη δουλειά, είχε μια ασυνήθιστα συλλογισμένη όψη και δεν βιάστηκε καθόλου να ανοίξει κουβέντα.

Ψίθυροι Ζωής