“Τρώει μόνη της, και το κάνει επίτηδες” — η Καλλιόπη ξεσπάει στο τηλέφωνο και επιμένει να έρθει η Ελένη να το διαπιστώσει

Απαράδεκτη αποξένωση — σπαρακτική, αδικαιολόγητη και απάνθρωπη.
Ιστορίες

— Τρώει μόνη της, και το κάνει επίτηδες. Σαν να μην είμαστε δικοί της άνθρωποι, — η Καλλιόπη Γιαννόπουλος κόλλησε το κινητό στο αυτί και χαμήλωσε τη φωνή, παρόλο που στο σπίτι δεν υπήρχε ψυχή. — Έλα, Ελένη. Να το δεις με τα μάτια σου.

Η Ελένη Γιαννόπουλος, τριάντα έξι χρονών, ανώτερη ελεγκτής στην υπηρεσία δημοσιονομικού ελέγχου της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, άκουγε τη μητέρα της ενώ ίσιωνε αφηρημένα έναν σωρό φακέλους πάνω στο γραφείο. Ήταν Πέμπτη, τέσσερις το απόγευμα. Πίσω από το τζάμι απλωνόταν η υγρή ομίχλη του Φλεβάρη, και τα φώτα κατά μήκος του παραλιακού δρόμου της Πάτρας είχαν ήδη ανάψει.

— Μαμά, τι θα πει «επίτηδες»;

— Αυτό που ακούς. Καθόμαστε στο τραπέζι, εκείνη άφαντη. Εμείς τρώμε, κι αυτή τριγυρίζει αλλού. Ύστερα μπαίνει στην κουζίνα σαν κλέφτρα, βγάζει τα δικά της ταπεράκια και τρώει μόνη. Σαν ξένη. Ο Ανδρέας δεν λέει κουβέντα. Τα παιδιά το έχουν συνηθίσει. Εγώ όμως είμαι μάνα, και με πονάει.

Η Ελένη αναγνώρισε αμέσως εκείνον τον τόνο. Η μητέρα της δεν παραπονιόταν απλώς· εξέδιδε απόφαση. Και περίμενε από την κόρη της να την εκτελέσει.

— Θα έρθω το Σάββατο, — είπε. — Θα δω τι συμβαίνει.

Έκλεισε την κλήση και ακούμπησε πίσω στην καρέκλα. Η Ρέα Πέτρου, η γυναίκα του αδελφού της. Είκοσι εννέα ετών. Δούλευε διασώστρια σε σταθμό ασθενοφόρων στη Λάρισα. Δύο παιδιά: ο Παύλος Δημητριάδης, πέντε χρονών, και η Αντιγόνη Ρήγας, τριών. Έμεναν όλοι μαζί με την πεθερά, σε ένα τριάρι στην οδό Φαρσάλων· μετά τον θάνατο του πατέρα, κανείς τους δεν είχε μετακομίσει.

Η Ελένη είχε να δει τη Ρέα μισό χρόνο. Τελευταία φορά ήταν στα γενέθλια της Αντιγόνης. Τότε της είχε φανεί εξαντλημένη: χλωμό πρόσωπο, σκιές κάτω από τα μάτια, χέρια που δεν σταματούσαν ούτε λεπτό — μάζευε, τακτοποιούσε, σέρβιρε. Κι όμως, στο τραπέζι είχε καθίσει με όλους. Ακόμη και χαμογελούσε.

Τι είχε αλλάξει μέσα σε έξι μήνες;

Η Καλλιόπη Γιαννόπουλος, εξήντα ενός ετών, πρώην υποδιευθύντρια στο δέκατο έβδομο σχολείο, είχε βγει στη σύνταξη πριν από τρία χρόνια. Ο άντρας της, ο Βασίλειος Παύλου, πέθανε στα πενήντα οκτώ από εγκεφαλικό. Το διαμέρισμα το είχε αφήσει στον γιο· έτσι το είχαν συμφωνήσει όσο ζούσε, προφορικά, χωρίς διαθήκη. Η Ελένη δεν είχε φέρει αντίρρηση. Ζούσε από καιρό στην Πάτρα, είχε το δικό της μικρό διαμέρισμα και τη δική της ζωή.

Ο Ανδρέας Σπυρόπουλος εργαζόταν ως τεχνίτης σε εργοστάσιο καουτσούκ στη Λάρισα, με βάρδιες: δύο μέρες δουλειά, δύο ρεπό, έπειτα δύο νυχτερινά. Έπαιρνε περίπου 470 €. Η Ρέα, στα ασθενοφόρα, έφερνε στο σπίτι γύρω στα 390 €. Σύνολο, 860 € για πέντε ανθρώπους. Η σύνταξη της Καλλιόπης ήταν 213 €. Από αυτά έδινε 150 € για το κοινό τραπέζι· τα υπόλοιπα πήγαιναν σε φάρμακα και μικροέξοδα.

Το σπίτι δεν είχε δάνειο, όμως έμοιαζε κολλημένο σε άλλη δεκαετία: κιτρινισμένες ταπετσαρίες, λινέλαιο με σχέδια, βαριά σώματα καλοριφέρ που τον χειμώνα ζέσταιναν τόσο πολύ ώστε τα παράθυρα θόλωναν. Στο μπάνιο η βρύση έσταζε, και ο Ανδρέας υποσχόταν δεύτερο μήνα πως θα τη φτιάξει. Στο παιδικό δωμάτιο υπήρχε μια κουκέτα, αγορασμένη μεταχειρισμένη από τη Ρέα με 40 €. Την είχε βάψει μόνη της λευκή ένα Σαββατόβραδο, την ώρα που τα παιδιά κοιμούνταν.

Η Καλλιόπη πίστευε πως δική της αποστολή ήταν να κρατάει την οικογένεια ενωμένη. Τα γεύματα είχαν πρόγραμμα: μεσημεριανό στη μία ακριβώς. Βραδινό στις εφτά. Μαγείρευε καθημερινά — σούπα, μπιφτέκια, χυλό, κομπόστα. Όλα με τάξη, σαν σχολική τραπεζαρία. Έβγαζε το μενού της εβδομάδας από πριν, το έγραφε σε τετράδιο με μπλε εξώφυλλο και το στερέωνε στο ψυγείο με μαγνητάκι σε σχήμα ηλίανθου.

Η Ρέα δεν χωρούσε σε αυτό το σύστημα.

Όχι επειδή δεν ήθελε. Αλλά επειδή οι βάρδιές της άρχιζαν άλλοτε στις έξι το πρωί, άλλοτε στις δύο το μεσημέρι, άλλοτε στις δέκα το βράδυ. Η δουλειά στο ασθενοφόρο δεν ήταν γραφείο. Δώδεκα ώρες όρθια, καμιά φορά δεκαέξι, αν αρρώσταινε συνάδελφος και έπρεπε να καλυφθεί το κενό. Κλήσεις από εμφράγματα μέχρι μεθυσμένους καβγάδες. Μέσα στο ασθενοφόρο δεν υπήρχε χώρος για φαγητό στην ώρα του.

Όταν η Ρέα γύριζε από νυχτερινή βάρδια, οι υπόλοιποι έπαιρναν ήδη πρωινό. Εκείνη άλλαζε ρούχα, κοίταζε τα παιδιά, φιλούσε τον Παύλο πριν φύγει για το νηπιαγωγείο, έβαζε την Αντιγόνη για μεσημεριανό ύπνο, αν δεν την είχε βγάλει βόλτα η πεθερά. Μόνο μετά έτρωγε. Ήσυχα. Στην κουζίνα. Μόνη.

Όχι προκλητικά. Απλώς έτσι τύχαινε.

Η Καλλιόπη όμως το διάβαζε αλλιώς. Έβλεπε απόρριψη. Περιφρόνηση. Πρόκληση.

Το Σάββατο, η Ελένη έφτασε από την Πάτρα με το αυτοκίνητο, έχοντας ξεκινήσει πριν καλά καλά ξημερώσει. Ήταν δέκα και είκοσι το πρωί. Η μητέρα της την περίμενε στην πόρτα, με ρόμπα και παντόφλες, φορώντας εκείνη την έκφραση που η Ελένη αποκαλούσε μέσα της «κατάσταση υποδιευθύντριας»: σφιγμένα χείλη, πηγούνι σηκωμένο, χέρια σταυρωμένα στο στήθος.

— Πέρνα. Βάζω το φαγητό στη φωτιά.

Το διαμέρισμα μύριζε βραστή πατάτα και τσιγαρισμένο κρεμμύδι. Στην κουζίνα κόχλαζε η σούπα. Από το δωμάτιο έρχονταν λεπτές, χαρούμενες φωνές από παιδικά κινούμενα σχέδια. Ο Ανδρέας ήταν στη βάρδια και θα γύριζε στις έξι. Τα παιδιά κάθονταν στο δωμάτιο: η Αντιγόνη, με καλσόν και μπλουζάκι με καρτούν, έχτιζε έναν πύργο από κύβους, ενώ ο Παύλος έπλαθε με πλαστελίνη κάτι που έμοιαζε με άρμα.

Η Ελένη προχώρησε στον διάδρομο και έριξε μια ματιά στο μπάνιο· στο σχοινί στέγνωναν παιδικά ρούχα, απλωμένα με τάξη.

Ψίθυροι Ζωής