“Προσωρινά θα μείνω” είπε η πεθερά, και η Μαρίνα ανακάλυψε κρυφή κάμερα πίσω από την ψωμιέρα

Το σπίτι έγινε ξαφνικά εχθρικό και ανατριχιαστικό.
Ιστορίες

Η Μαρίνα κοιτούσε την οθόνη αποσβολωμένη. Δεν μπορούσε να βάλει σε τάξη αυτό που έβλεπε. Η πεθερά της είχε πέσει μέσα στην ίδια της την παγίδα. Μα πώς ήταν δυνατόν να μην είχε καταλάβει ότι οι κάμερες κατέγραφαν και τη δική της κάθε κίνηση;

Σαν να διάβασε τη σκέψη της, ο Γεώργιος Καραγιάννης είπε χαμηλόφωνα:

— Δεν ξέρει πώς να σταματήσει την εγγραφή. Ευτυχώς.

Η Μαρίνα Σιδέρης σήκωσε τα μάτια της πάνω του.

— Και… γιατί δεν μου είπες τίποτα;

Ο Γεώργιος πέρασε την παλάμη του στο πρόσωπό του και χαμήλωσε το βλέμμα.

— Μάζευα αποδείξεις. Δεν ήθελα να γίνει όπως με τα χάπια, που στο τέλος δεν μπορούσα να αποδείξω τίποτα.

Προχώρησε το βίντεο σε άλλη ημέρα. Τότε η Μαρίνα είδε τη Βασιλική Σπυροπούλου να τραβά έναν φάκελο από πίσω από τα βάζα, να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας και να τον ξεφυλλίζει προσεκτικά. Έπειτα έβγαλε το κινητό της και φωτογράφισε μία μία όλες τις σελίδες.

Αμέσως μετά πήρε κάποιον τηλέφωνο. Μιλούσε ζωηρά, κουνούσε τα χέρια της, σημείωσε κάτι σε ένα σκισμένο κομμάτι χαρτί και το έχωσε στην τσέπη της.

— Μετά από αυτή την εγγραφή τηλεφώνησα στον Αλέξανδρο Ζωγράφο, — είπε ο Γεώργιος. — Στην αρχή έκανε πως δεν ήξερε τίποτα. Μετά λύγισε και τα παραδέχτηκε. Η μητέρα του είχε τάξει ότι θα μας χωρίσει, θα γραφόταν το διαμέρισμα στο όνομά της και ύστερα θα του το χάριζε. Εκείνος, λοιπόν, της αγόρασε και τις δύο κάμερες, για να μαζέψουν δήθεν στοιχεία εναντίον σου.

Η Μαρίνα ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

— Τα χαρτιά τα είχε ήδη βάλει στην τσάντα της, — συνέχισε εκείνος. — Αλλά χωρίς τη δική μου υπογραφή δεν μπορεί να κάνει απολύτως τίποτα. Δεν τα πείραξα. Την άφησα να πιστεύει ότι όλα προχωρούν όπως τα σχεδίασε.

Το ίδιο βράδυ ο Γεώργιος κάθισε απέναντι από τη μητέρα του και έβαλε τις εγγραφές από την πρώτη μέχρι την τελευταία. Η Βασιλική Σπυροπούλου παρακολουθούσε αμίλητη την οθόνη.

— Ωραίο σχέδιο, — είπε εκείνος με πικρό χαμόγελο. — Αν ήξερες να χειρίζεσαι την τεχνολογία, θα ήταν σχεδόν τέλειο. Μόνο που δεν κατάφερες να κλείσεις τις κάμερες. Κι έτσι γράφτηκαν όλα.

Η μητέρα του σήκωσε απότομα τα μάτια, μα αμέσως τα κατέβασε.

— Θα πας στον Αλέξανδρο, — είπε ο Γεώργιος κοφτά. — Πρώτα όμως θα μου επιστρέψεις τα έγγραφα του διαμερίσματος.

Χωρίς να βγάλει λέξη, η Βασιλική σηκώθηκε και έφερε τον κλεμμένο φάκελο.

— Και κάτι ακόμα, — πρόσθεσε εκείνος. — Θα ζητήσεις συγγνώμη από τη Μαρίνα.

— Πφ… Αυτό μας έλειπε! — ξεφύσηξε περιφρονητικά.

Το επόμενο πρωί έφυγε για το σπίτι του Αλέξανδρου. Ο φάκελος γύρισε στη θέση του, μέσα στο ντουλάπι.

Η Μαρίνα κατέβασε και τις δύο κάμερες και τις πέταξε στον κάδο. Ο Γεώργιος δεν είπε τίποτα. Από τότε έχουν περάσει αρκετοί μήνες, και εκείνος δεν έχει ξαναμιλήσει ούτε με τη μητέρα του ούτε με τον αδελφό του.

Ψίθυροι Ζωής