Ο ύπνος του είχε γίνει ανήσυχος. Τα βράδια στριφογύριζε στο κρεβάτι, σηκωνόταν τάχα για να πιει νερό και ύστερα έμενε πολλή ώρα ακίνητος μπροστά στο παράθυρο, κοιτάζοντας το σκοτάδι.
«Μήπως υπάρχει κάποια άλλη;» πέρασε από το μυαλό της Μαρίνας Σιδέρη.
Και μόνο η σκέψη αυτή την πλάκωσε με μια θλίψη βαριά.
Ένα πρωινό, ψάχνοντας στο ντουλάπι της κουζίνας πίσω από τα βάζα, διαπίστωσε πως ο φάκελος έλειπε. Παραμέρισε ένα ένα όλα τα γυάλινα δοχεία, έλεγξε τα διπλανά ράφια, κοίταξε ξανά από την αρχή. Τίποτα. Θυμόταν ξεκάθαρα ότι ο Γεώργιος Καραγιάννης τον είχε βάλει εκεί, μπροστά στα μάτια της.
Το ίδιο βράδυ, όταν τον βρήκε στον καναπέ βυθισμένο, όπως πάντα, στο κινητό του, τον ρώτησε χωρίς περιστροφές:
— Ο φάκελος με τα χαρτιά του διαμερίσματος εξαφανίστηκε, είπε ανήσυχη. Πού τον έβαλες;
Εκείνος δεν μπήκε καν στον κόπο να σηκώσει το βλέμμα.
— Μπορεί να τον μετακίνησα κάπου… Θα ψάξω μετά.
Η Μαρίνα γύρισε προς το παράθυρο. Έξω είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει. Πια δεν είχε καμία αμφιβολία πως τα έγγραφα τα είχε πάρει η πεθερά της. Ο Γεώργιος είτε δεν έβλεπε τίποτα είτε, ακόμη χειρότερα, δεν τον ένοιαζε.
Ένιωθε σαν να υποχωρούσε αργά το πάτωμα κάτω από τα πόδια της, αθόρυβα, χωρίς να υπάρχει κάτι να πιαστεί.
Τότε πήρε την απόφαση. Περίμενε να φύγει η Βασιλική Σπυροπούλου για τη γειτόνισσα, δήθεν για να δουν μαζί τη σειρά, και κάθισε απέναντι από τον άντρα της.
— Γιώργο, υπάρχει κάμερα στην κουζίνα, πίσω από την ψωμιέρα. Από το πορτοφόλι μου χάνονται χρήματα. Οι μπότες μου εξαφανίστηκαν. Τώρα χάθηκαν και τα χαρτιά του σπιτιού. Δεν αντέχω άλλο έτσι!
Ήταν προετοιμασμένη για το χειρότερο: ότι θα έπαιρνε πάλι το μέρος της μητέρας του, όπως τότε με τα χάπια, και πως εκείνη θα αναγκαζόταν να σηκωθεί και να φύγει.
Ο Γεώργιος άφησε το κινητό πάνω στο τραπέζι. Για πρώτη φορά ύστερα από εβδομάδες την κοίταξε κατάματα. Έπειτα γύρισε την οθόνη προς το μέρος της.
— Το ξέρω για την κάμερα, είπε ήρεμα. Η μάνα μου μού το είπε η ίδια, τάχα πως σε παρακολουθεί για να έχει τον νου της. Εκείνο το βράδυ άνοιξα την εφαρμογή και είδα ότι δεν υπήρχε μία συσκευή, αλλά δύο. Η δεύτερη έδειχνε την κουζίνα. Βλέπω τις καταγραφές εδώ και τρεις εβδομάδες.
Η Μαρίνα δεν κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε. Εκείνος όμως ήδη γύριζε πίσω το βίντεο. Στη μικρή οθόνη εμφανίστηκε η κουζίνα τους. Η Βασιλική Σπυροπούλου άνοιγε το πορτοφόλι της Μαρίνας πάνω στο τραπέζι, έβγαζε χαρτονομίσματα και τα έκρυβε στην τσέπη της. Στο επόμενο αρχείο, από τη δεύτερη κάμερα, φαινόταν να κουβαλά τις μπότες της νύφης της προς την εξώπορτα.
Ύστερα η εικόνα έδειξε το ψάξιμο για τα έγγραφα, ράφι το ράφι, βάζο το βάζο.
