Έξι μήνες νωρίτερα είχε συμβεί κάτι που ακόμη την έκαιγε μέσα της σαν παλιά πληγή. Η Βασιλική Σπυροπούλου είχε κατηγορήσει τη Μαρίνα Σιδέρη πως τάχα πέταξε τα χάπια της για την καρδιά. Τότε ο Γεώργιος Καραγιάννης δεν στάθηκε δίπλα στη γυναίκα του· πήρε αμέσως το μέρος της μητέρας του. Αργότερα, όταν η συσκευασία βρέθηκε πεσμένη πίσω από τον καναπέ, εκείνος δεν μπήκε καν στον κόπο να ζητήσει συγγνώμη. Μόνο μουρμούρισε, σχεδόν αδιάφορα:
— Να λοιπόν, βρέθηκαν.
Από εκείνη τη μέρα η Μαρίνα Σιδέρης το είχε χαράξει καλά στο μυαλό της: όταν δεν υπήρχαν αποδείξεις, ο λόγος της απέναντι στον λόγο της πεθεράς της κατέληγε πάντα σε δική της ήττα.
Μια φορά, λίγο πριν από το μεσημεριανό, η Βασιλική Σπυροπούλου στραβομούτσουνιασε και είπε, με ύφος σαν να μύριζε κάτι χαλασμένο:
— Πάλι έτοιμα φαγητά βράζεις, Μαρίνα; Πόσο θα συνεχιστεί αυτό πια;
Ο Γεώργιος Καραγιάννης δεν είπε κουβέντα για να την υπερασπιστεί. Κι εκείνη, εξαντλημένη όπως ήταν, δεν είχε πια δύναμη ούτε να απαντήσει ούτε να ανοίξει καβγά.
Την επόμενη μέρα η Βασιλική Σπυροπούλου τηλεφώνησε σε μια φίλη της από την κουζίνα, χωρίς καν να χαμηλώσει τη φωνή της.
— Η νύφη μου είναι τελείως άχρηστη, παιδί μου. Ο Γιωργάκης υποφέρει. Αλλά τι να κάνει κι αυτός; Είναι μαλακός χαρακτήρας, ίδιος ο πατέρας του.
Κι όμως, όπως αποδείχθηκε, αυτά ήταν μόνο η αρχή. Ύστερα άρχισαν να εξαφανίζονται μικρά χαρτονομίσματα από το πορτοφόλι της Μαρίνας Σιδέρη. Στην αρχή δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Το απέδιδε στη δική της αφηρημάδα, θύμωνε με τον εαυτό της, έλεγε πως κάπου θα τα είχε ξοδέψει και δεν το θυμόταν.
Έπειτα χάθηκαν και οι χειμωνιάτικες μπότες της.
— Εγώ πάντως δεν τις πείραξα, αυτό είναι σίγουρο, — είπε η πεθερά της με αθώο ύφος. — Μήπως τις πέταξες εσύ;
— Εγώ; — απόρησε η Μαρίνα Σιδέρης. — Να πετάξω τις δικές μου μπότες;
— Ε, ποτέ δεν ξέρεις… — αποκρίθηκε η Βασιλική Σπυροπούλου, ανοίγοντας τα χέρια της σαν να μην υπήρχε άλλη εξήγηση.
Όταν η Μαρίνα Σιδέρης ανακάλυψε την κάμερα στην κουζίνα, αναζήτησε στο διαδίκτυο το μοντέλο της. Στις οδηγίες του κατασκευαστή βρήκε τον προεπιλεγμένο κωδικό πρόσβασης. Η Βασιλική Σπυροπούλου, φυσικά, δεν τον είχε αλλάξει. Έτσι η Μαρίνα συνδέθηκε χωρίς δυσκολία στη συσκευή και άνοιξε τα αποθηκευμένα βίντεο.
Στην οθόνη εμφανίστηκε η ίδια της η κουζίνα. Μέσα της κινούνταν η Βασιλική Σπυροπούλου. Έψαχνε τα ντουλάπια μεθοδικά, ράφι το ράφι. Έβγαζε βάζα, κοίταζε πίσω τους, τα ξανάβαζε στη θέση τους. Η κάμερα ήταν φτηνή και κατέγραφε χωρίς ήχο, οπότε δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς αναζητούσε η πεθερά της.
Σε άλλο βίντεο η Βασιλική Σπυροπούλου μιλούσε με κάποιον. Κουνούσε έντονα τα χέρια της, σημείωνε κάτι πάνω σε ένα σκισμένο χαρτάκι και ύστερα το έχωνε στην τσέπη της ρόμπας της.
Χωρίς ήχο, πάλι, ήταν αδύνατον να βγάλει άκρη για το θέμα της συζήτησης. Η Μαρίνα Σιδέρης, για καλό και για κακό, κατέβασε και τις δύο εγγραφές στο κινητό της.
Απορροφημένη από τις μηχανορραφίες της πεθεράς της, δεν πρόσεξε πως στο μεταξύ είχε αρχίσει να αλλάζει και ο άντρας της. Ο Γεώργιος Καραγιάννης τα βράδια χανόταν μέσα στο τηλέφωνό του, και κάθε φορά που η Μαρίνα πλησίαζε, εκείνος το γύριζε αμέσως με την οθόνη προς τα κάτω.
