“Δεν αντέχω άλλο αυτό το πανηγύρι εδώ μέσα” — ανακοίνωσε ο Νικόλαος, αγνοώντας τη Δάφνη και τα παιδιά καθώς έφευγε για τη μητέρα του

Η ψεύτικη ησυχία ήταν δηλητηριώδης και απαίσια.
Ιστορίες

— Μην τον καλομαθαίνεις εκεί πέρα! — συνέχισε αμέριμνα η Σταματία Σταματιάδης από το μεγάφωνο. — Την Κυριακή να περάσει πάλι από δω. Η ντουλάπα στον διάδρομο έμεινε μισή, οι πόρτες κρατιούνται με την ευχή της Παναγίας!

Δεν απάντησα. Απλώς έκλεισα την κλήση.

Ο Νικόλαος Μακρής άσπρισε σαν να του είχαν μόλις ανακοινώσει δεύτερη συνεχόμενη βάρδια σε γιαπί. Στο πρόσωπό του απλώθηκε, ολοκάθαρη, η πικρή διαπίστωση πως για τη μητέρα του δεν ήταν ο ταλαίπωρος, αγαπημένος γιος που είχε ανάγκη από φροντίδα, αλλά ένα ζευγάρι δωρεάν χέρια με συγγενική έκπτωση.

— Εγώ στο σπίτι μου γύρισα, αν δεν το κατάλαβες! — προσπάθησε να ξαναφορέσει το στραπατσαρισμένο του στέμμα, υψώνοντας τη φωνή και κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος μου. — Έχω δικαίωμα να ξαπλώσω και να ησυχάσω στο διαμέρισμά μου!

— Το διαμέρισμα ήταν δικό μου πριν από τον γάμο, — του θύμισα ήρεμα, μα με τέτοια ψυχρή σταθερότητα που θαρρείς και κροτάλισαν τα κλειδιά στην κλειδαριά.

Η φράση του, «στο σπίτι μου γύρισα», έμεινε τότε να αιωρείται ανάμεσά μας σαν κακόγουστο αστείο. Νομίζω πως για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια γάμου ο Νικόλαος θυμήθηκε αυτό το γεγονός όχι διαβάζοντας λογαριασμούς, αλλά ακούγοντας τον τόνο της φωνής μου. Η έπαρσή του ξεφούσκωσε εντελώς. Στεκόταν στη μέση του διαδρόμου σαν παραθεριστής που δεν τον περίμενε πια κανείς, γιατί όλοι είχαν ήδη ξεκουραστεί από την παρουσία του.

— Απόψε δεν θα μείνεις εδώ, Νικόλαε, — είπα καθαρά, τονίζοντας κάθε λέξη. — Και δεν θα εγκατασταθείς στον καναπέ σαν βασιλιάς. Αν θέλεις να επιστρέψεις στην οικογένειά σου, δεν θα ξεκινήσεις από το φαγητό. Θα ξεκινήσεις μιλώντας στα παιδιά, ζητώντας συγγνώμη και πηγαίνοντας σε οικογενειακό σύμβουλο.

Η Δάφνη Αναγνωστοπούλου γύρισε αμίλητη και μπήκε στο δωμάτιό της. Το κλικ της κλειδαριάς ακούστηκε μέσα στη σιωπή πιο δυνατό κι από καβγά. Ήταν χτύπημα από εκείνα που δεν τα σταματά καμία βαλίτσα γεμάτη ρούχα.

Ο Νικόλαος με κοίταξε χαμένος, σαν να περίμενε πως θα γελούσα και θα του έλεγα ότι όλα ήταν μια φάρσα.

Δεν χαμογέλασα.

— Τα κλειδιά στο κομοδίνο, Νικόλαε, — είπα. — Και κλείσε καλά την πόρτα. Το ρεύμα στο σπίτι μας δεν μπήκε από την είσοδο. Άρχισε τη μέρα που αποκάλεσες τα παιδιά σου τσαντίρι.

Ψίθυροι Ζωής