Πρώτα τον τάισε σπιτικά πιτάκια, αναστενάζοντας θεατρικά για το πόσο «είχε αδυνατίσει το παιδί της», κι αμέσως μετά έβγαλε από ένα συρτάρι ένα χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα. Ήταν κατάλογος εργασιών.
Ο Νικόλαος Μακρής μού τηλεφώνησε την Τετάρτη. Από την κούφια αντήχηση στη γραμμή, κατάλαβα πως στεκόταν κάπου πάνω σε γυμνό μπετόν.
— Ελπ… — η φωνή του έμοιαζε με πουλί που το είχαν πετύχει στον αέρα. — Με έβαλε να ξηλώσω και να ξαναστρώσω το πάτωμα στο μπαλκόνι. Και αύριο πάμε στο εξοχικό. Της καρφώθηκε τώρα να ξεριζώσουμε ένα παλιό κούτσουρο και να αδειάσουμε τη σαβούρα από τη σοφίτα.
— Η αλλαγή δραστηριότητας είναι η καλύτερη ξεκούραση! — απάντησα με λαμπρή διάθεση. — Δεν πήγες εκεί για ηρεμία; Απόλαυσε λοιπόν τη σιωπή και τη χειρωνακτική εργασία.
Την τρίτη μέρα το έσκασε.
Το βράδυ της Παρασκευής όρμησε στο χωλ μας σαν να τον είχε ξεβράσει καταιγίδα. Τσαλακωμένος, σκονισμένος, ποτισμένος με μυρωδιά από παλιές σανίδες και ολοκληρωτική ήττα. Πέταξε τον σάκο του στο πάτωμα με τέτοιον γδούπο, λες και κουβαλούσε μέσα πέτρες από το εξοχικό.
— Πεινάω σαν λύκος, — ανακοίνωσε ο Νικόλαος Μακρής, βγάζοντας βιαστικά τα αθλητικά του. — Τι έχουμε για βραδινό;
Πίστευε πως η τιμωρία είχε λήξει. Ότι εγώ θα έτρεχα χαρούμενη στην κουζίνα να ζεστάνω φαγητό, πως όλα τα παράπονα θα εξαφανίζονταν μεμιάς και τα παιδιά θα ξεχύνονταν πάνω του με κραυγές χαράς.
Βγήκα από την κουζίνα σκουπίζοντας αργά τα χέρια μου σε μια πετσέτα. Πίσω μου, σχεδόν αθόρυβα, στάθηκε η Δάφνη Αναγνωστοπούλου.
— Γεια σου, μπαμπά, — είπε η κόρη μας με φωνή ίσια, παγωμένη. — Ξεκουράστηκες αρκετά από εμάς;
Ο Νικόλαος κόμπιασε. Το χαμόγελο που είχε ετοιμάσει, εκείνο του κουρασμένου αλλά μεγαλόψυχου άρχοντα, μαράθηκε ακαριαία και χάθηκε κάπου μέσα στον γιακά του.
— Δεν έφυγες από τη φασαρία, Νικόλαε, — του είπα κοιτάζοντάς τον κατάματα. — Έφυγες από τις ευθύνες σου. Και τώρα δεν γύρισες στην οικογένειά σου· γύρισες στο πιάτο σου. Γι’ αυτό απόψε δεν υπάρχει βραδινό για σένα.
Άνοιξε το στόμα του έτοιμος να διαμαρτυρηθεί, μα εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό μου πάνω στη συρταριέρα. Στην οθόνη φάνηκε το όνομα: «Σταματία Σταματιάδης». Χωρίς δεύτερη σκέψη, πάτησα ανοιχτή ακρόαση.
— Ελπιδούλα μου! — κελάηδησε ζωηρά η πεθερά μου. — Ο δικός μου ο φυγάς γύρισε;
