Δεν ήταν ακατόρθωτο. Τα τρία προηγούμενα χρόνια τα είχε βγάλει πέρα μόνη της· θα άντεχε και τα επόμενα.
Η μητέρα της μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο, άφησε δίπλα της ένα πιάτο με κομμένο τυρί και δεν είπε λέξη. Η Αναστασία έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται πως είχε καιρό να νιώσει έτσι: σιωπή χωρίς βάρος. Μια ησυχία όπου δεν περίμενες από στιγμή σε στιγμή να κοπανήσει κάποια πόρτα ή να ακουστεί μια φαρμακερή ατάκα.
Την Πέμπτη, ο Ανδρέας Βλάχος της έστειλε μήνυμα:
«Η μαμά δέχτηκε να φύγει. Να βρεθούμε να μιλήσουμε;»
Η Αναστασία το διάβασε δύο φορές. Η λέξη «δέχτηκε» την ενόχλησε. Σαν να της έκανε χάρη η Σταματία Αποστόλου, κι όχι σαν να προσπαθούσε επιτέλους να διορθώσει κάτι που η ίδια είχε προκαλέσει. Αλλά αυτά ήταν λεπτομέρειες.
Απάντησε σύντομα:
«Εντάξει. Αύριο βράδυ, στο καφέ στην οδό Κολοκοτρώνη, στις επτά.»
Ουδέτερο μέρος. Αυτό είχε σημασία.
Το καφέ ήταν από εκείνα τα συνηθισμένα μαγαζιά: τραπεζάκια κοντά στη βιτρίνα, χαμηλή μουσική, μυρωδιά καφέ και ζεστών αρτοσκευασμάτων. Ο Ανδρέας είχε φτάσει πριν από εκείνη και καθόταν ήδη όταν μπήκε. Έδειχνε εξαντλημένος· κάτω από τα μάτια του υπήρχαν σκοτεινοί κύκλοι και το μπουφάν του ήταν τσαλακωμένο.
— Γεια, — είπε.
— Γεια.
Η Αναστασία κάθισε απέναντί του και παρήγγειλε από την κοπέλα που πλησίασε. Ο Ανδρέας δεν μιλούσε. Έπαιζε νευρικά με μια χαρτοπετσέτα, τσαλακώνοντάς τη στα δάχτυλά του.
— Θα φύγει αυτό το Σαββατοκύριακο, — είπε τελικά. — Θα τη βοηθήσω με τα πράγματα.
— Εντάξει.
— Αναστασία… — σήκωσε τα μάτια του πάνω της. — Θα γυρίσεις;
Τον κοίταξε προσεκτικά. Αυτόν τον άνθρωπο με τον οποίο είχε ζήσει τέσσερα χρόνια. Δεν ήταν κακός, όχι πραγματικά. Ήταν απλώς υπερβολικά βολικός. Βολικός για όλους, εκτός από εκείνη.
— Το σκέφτομαι, — απάντησε ειλικρινά.
— Αυτό δεν είναι «ναι».
— Ούτε «όχι» είναι.
Ο Ανδρέας έγνεψε αργά. Το δέχτηκε. Και αυτό από μόνο του ήταν κάτι καινούργιο. Άλλες φορές θα προσπαθούσε να την πείσει, θα την πίεζε με τύψεις ή θα τηλεφωνούσε επιτόπου στη μητέρα του για να ζητήσει οδηγίες.
Έφεραν τους καφέδες. Έξω περνούσαν αυτοκίνητα, ενώ στο διπλανό τραπέζι μια παρέα γελούσε δυνατά.
— Δεν είχα καταλάβει ότι περνούσες τόσο άσχημα, — είπε χαμηλόφωνα ο Ανδρέας.
— Το είχες καταλάβει, — τον διόρθωσε η Αναστασία χωρίς θυμό. — Απλώς σε βόλευε να κάνεις πως δεν το βλέπεις.
Δεν αντέτεινε τίποτα. Κι αυτό επίσης ήταν καινούργιο.
Η Αναστασία ήπιε μια γουλιά καφέ και γύρισε το βλέμμα της στο παράθυρο. Μια σκέψη είχε ήδη αρχίσει να γυρίζει στο μυαλό της, όχι πανικόβλητη, περισσότερο πρακτική: έπρεπε να βεβαιωθεί μήπως υπήρχε κάτι σχετικά με το διαμέρισμα που δεν γνώριζε. Κάτι στη συνομιλία της με τη Σταματία Αποστόλου την είχε γρατζουνίσει. Εκείνη η φράση, ότι «ανθρώπινα μιλώντας» το σπίτι ήταν του γιου της. Ήταν ειπωμένη με πολλή σιγουριά για να είναι τυχαία.
Με υπερβολική σιγουριά.
Το βράδυ της Παρασκευής η Αναστασία πήγε ως την πολυκατοικία. Όχι για να ανέβει· μόνο για να δει. Πάρκαρε απέναντι και έμεινε στο αυτοκίνητο περίπου δέκα λεπτά. Τα φώτα του διαμερίσματος ήταν αναμμένα. Πίσω από την κουρτίνα περνούσε πότε πότε μια σκιά· η Σταματία Αποστόλου κινούνταν μέσα στο δωμάτιο.
Έβγαλε το κινητό της και κάλεσε έναν γνωστό δικηγόρο, τον Δημήτριο Δημητριάδη. Είχαν σπουδάσει μαζί στο πανεπιστήμιο και κατά καιρούς μιλούσαν για επαγγελματικά θέματα.
— Δημήτρη, μια ερώτηση. Αν ένα διαμέρισμα είναι γραμμένο σε έναν μόνο ιδιοκτήτη, το στεγαστικό είναι στο ίδιο όνομα και η προκαταβολή έχει πληρωθεί από αυτόν, μπορεί κάποιος άλλος να διεκδικήσει μερίδιο;
Ο Δημήτριος έμεινε για ένα δευτερόλεπτο σιωπηλός.
— Μέσα σε γάμο;
— Ναι. Αλλά ο σύζυγος δεν πλήρωνε. Καθόλου.
— Υπάρχουν αποδείξεις; Καταθετήρια, κινήσεις λογαριασμού;
— Τριών χρόνων αποδείξεις. Όλα στο όνομά μου.
— Τότε, σε ενδεχόμενη διανομή, μπορείς να στηρίξεις πολύ πειστικά ότι το ακίνητο αποκτήθηκε με δικά σου χρήματα. Ιδίως αν δεν συμμετείχε ούτε στην προκαταβολή. Γιατί ρωτάς; Πού το πας;
— Πουθενά προς το παρόν, — είπε η Αναστασία. — Θέλω απλώς να ξέρω τι ισχύει.
— Κατάλαβα, — απάντησε εκείνος, και από τη φωνή του φαινόταν πως χαμογελούσε. — Πάντως σωστά το βλέπεις. Κράτα τα χαρτιά.
— Τα έχω μαζί μου.
Το Σάββατο άρχισε με μήνυμα από τον Ανδρέα:
«Έλα κατά τις δώδεκα. Η μαμά μαζεύει τα πράγματά της.»
Η Αναστασία έφτασε στις δώδεκα και μισή. Της άνοιξε ο Ανδρέας, με πρόσωπο ανθρώπου που δεν είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα. Από το δωμάτιο ακουγόταν θόρυβος· κάτι βαρύ το έσερναν ή το μετακινούσαν.
Στο χολ υπήρχε ένας μεγάλος καρό σάκος και δύο τσάντες. Η Αναστασία τα κοίταξε χωρίς σχόλιο.
— Μάζεψε τα βασικά, — είπε ο Ανδρέας χαμηλόφωνα. — Τα υπόλοιπα θα τα πάρει αργότερα.
— Πότε αργότερα;
— Αναστασία…
— Ρωτάω απλώς.
Η Σταματία Αποστόλου βγήκε από το δωμάτιο κρατώντας άλλη μία τσάντα, σκούρα μπλε, φουσκωμένη μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Μόλις είδε την Αναστασία, σταμάτησε.
Για τρία δευτερόλεπτα έμειναν να κοιτάζονται. Ύστερα η πεθερά φύσηξε περιφρονητικά και γύρισε αλλού το βλέμμα.
— Ήρθες λοιπόν.
— Ήρθα, — αποκρίθηκε ήρεμα η Αναστασία.
— Να χαίρεσαι. Το πέτυχες.
Η Αναστασία δεν απάντησε. Πέρασε στην κουζίνα και έβαλε τον βραστήρα. Άκουγε από το χολ τον Ανδρέα να λέει κάτι στη μητέρα του σιγανά, κι εκείνη να του απαντά κοφτά και εκνευρισμένα.
Η κουζίνα έμοιαζε σαν να μην την είχε αγγίξει κανείς για μια εβδομάδα. Στο περβάζι υπήρχαν ξεραμένοι κύκλοι από ποτήρια, στο τραπέζι ψίχουλα, στην κουζίνα λεκέδες άγνωστης προέλευσης. Η Αναστασία τα παρατηρούσε και σκεφτόταν πως το βράδυ θα έπαιρνε ένα πανί και θα τα έφερνε όλα σε τάξη. Ήρεμα. Χωρίς οργή. Απλώς θα το έκανε.
Από το χολ ακούστηκε η φωνή της Σταματίας Αποστόλου, τώρα πιο δυνατή:
— Εγώ, να ξέρεις, έφαγα χρόνια από τη ζωή μου γι’ αυτό το παιδί! Κι αυτή έρχεται εδώ να το παίξει νοικοκυρά!
— Μαμά, πιο σιγά, — ζήτησε ο Ανδρέας.
— Καθόλου πιο σιγά! Να ακούει! Τα χαρτιά τα έχει αυτή! — Η φωνή της πήρε ειρωνικό τόνο. — Και τι έγινε δηλαδή που έχει τα χαρτιά; Εγώ είμαι η μάνα!
Η Αναστασία βγήκε από την κουζίνα και στάθηκε στο άνοιγμα του διαδρόμου.
— Κυρία Σταματία, τα χαρτιά σημαίνουν ακριβώς κάτι, — είπε με απόλυτη ψυχραιμία. — Σημαίνουν πως εδώ τις αποφάσεις τις παίρνω εγώ. Όχι εσείς.
Η πεθερά γύρισε απότομα προς το μέρος της.
— Εσύ…
— Οκτώ μήνες σωπαίνω, — συνέχισε η Αναστασία με τον ίδιο ατάραχο τόνο.
