“Φύγε από εδώ μέσα! Μας κούρασες πια· τριγυρνάς, κοιτάζεις, ψαχουλεύεις τα πάντα!” είπε η Σταματία χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της, ενώ η νύφη παρέμεινε ακίνητη στη μέση του διαδρόμου

Η ασυδοσία της πεθεράς είναι ανυπόφορα άδικη.
Ιστορίες

Η Αναστασία έκλεισε τον φάκελο με μια αποφασιστική κίνηση.

— Κυρία Σταματία, ας μην αρχίσουμε πάλι τα ίδια.

— Ποια ίδια; Να μη λέμε την αλήθεια δηλαδή; — Η Σταματία Αποστόλου είχε ήδη προχωρήσει προς το τραπέζι, με τα χέρια στη μέση και το σώμα της τεντωμένο από αγανάκτηση. — Εσύ εδώ μέσα τι ακριβώς κάνεις, μου λες; Ούτε νοικοκυρά είσαι ούτε σωστή γυναίκα για τον άντρα σου!

— Μαμά, φτάνει πια. — Ο Ανδρέας Βλάχος βγήκε από το δωμάτιο αναμαλλιασμένος, με μια παλιά μπλούζα και το ύφος ανθρώπου που τον είχαν ξυπνήσει παρά τη θέλησή του.

— Δεν φτάνει καθόλου! — ανέβασε τη φωνή της η Σταματία. — Αν δεν της αρέσει, να πάει στη μάνα της!

Για ένα δευτερόλεπτο η Αναστασία δεν απάντησε. Ύστερα ένευσε αργά, με μια ηρεμία σχεδόν αφύσικη.

— Εντάξει.

Σηκώθηκε από την καρέκλα, πήρε τον φάκελο με τα χαρτιά —εκείνον όπου κρατούσε το απόσπασμα από το Κτηματολόγιο, τη σύμβαση του στεγαστικού και όλες τις αποδείξεις πληρωμών των τελευταίων τριών χρόνων— και κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε την ντουλάπα και τράβηξε έξω την τσάντα που είχε ετοιμάσει από πριν. Ο Ανδρέας την παρακολουθούσε ακίνητος από την κάσα της πόρτας.

— Αναστασία, τι κάνεις τώρα; Πού πας;

— Στη μητέρα μου, — απάντησε απλά.

— Σοβαρολογείς; Για μια κουβέντα που είπε;

Η Αναστασία έκλεισε το φερμουάρ της τσάντας. Πήρε το κινητό της, τον φορτιστή, τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Τον φάκελο με τα έγγραφα τον άφησε πάνω πάνω, σαν να ήθελε να τον βλέπει.

— Απολύτως σοβαρά.

Η Σταματία Αποστόλου στεκόταν στον διάδρομο και, για πρώτη φορά εκείνο το πρωί, δεν έλεγε λέξη. Ίσως δεν το περίμενε. Ίσως ήταν βέβαιη πως η Αναστασία θα έκανε ό,τι έκανε πάντα: θα σώπαινε, θα κλεινόταν στο μπάνιο, θα έβγαινε μετά από λίγο και η ζωή θα συνέχιζε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Μόνο που αυτή τη φορά η Αναστασία άνοιξε την εξώπορτα, βγήκε στο πλατύσκαλο και την έκλεισε πίσω της ήσυχα, χωρίς να τη χτυπήσει.

Μέσα στο ασανσέρ κοίταξε τον φάκελο που κρατούσε. Τα χαρτιά του διαμερίσματος. Τρία χρόνια δόσεις. Το δικό της διαμέρισμα.

Το κινητό δονήθηκε σχεδόν αμέσως. Ο Ανδρέας την καλούσε μόλις δύο λεπτά αργότερα. Το απέρριψε. Ξαναχτύπησε. Το απέρριψε ξανά. Έβαλε τη συσκευή στην τσέπη και βγήκε στο πάρκινγκ.

Το αυτοκίνητο πήρε μπροστά με την πρώτη.

Καλό σημάδι.

Η μητέρα της έμενε στην άλλη άκρη της πόλης· σαράντα λεπτά δρόμος, αν δεν πετύχαινε κίνηση. Η Αναστασία οδηγούσε στη μεγάλη λεωφόρο και μέσα στο κεφάλι της υπήρχε μια παράξενη σιωπή. Ούτε σκέψεις, ούτε «κι αν», ούτε «μήπως έκανα λάθος». Μόνο ο δρόμος μπροστά, τα φανάρια και το ραδιόφωνο χαμηλωμένο.

Το τηλέφωνο χτύπησε άλλες τρεις φορές. Δύο φορές ήταν ο Ανδρέας, μία ένας άγνωστος αριθμός. Δεν απάντησε σε καμία κλήση.

Η μητέρα της άνοιξε την πόρτα πριν προλάβει η Αναστασία να χτυπήσει κουδούνι· προφανώς την είχε δει από το παράθυρο.

— Έλα μέσα. Έχω ήδη βάλει νερό για τσάι.

Δεν τη ρώτησε τι έγινε. Δεν άρχισε τους αναστεναγμούς, ούτε σήκωσε τα χέρια στον αέρα. Πήρε απλώς την τσάντα της, την άφησε σε μια γωνία, και ύστερα κάθισαν στην κουζίνα, όπως τότε που η Αναστασία ήταν μικρή: η μία απέναντι από την άλλη, με τις κούπες ανάμεσα στα χέρια τους.

— Θα μείνεις πολύ; — ρώτησε η μητέρα της.

— Δεν ξέρω ακόμα, — απάντησε ειλικρινά η Αναστασία.

Η μητέρα της έγνεψε και της γέμισε ξανά την κούπα.

Ο Ανδρέας εμφανίστηκε την επόμενη μέρα, Κυριακή, λίγο μετά το μεσημέρι. Χτύπησε το κουδούνι και η Αναστασία τον είδε από το ματάκι. Στεκόταν με το μπουφάν ανοιχτό και το γνώριμο ένοχο βλέμμα. Κλασική εικόνα.

Του άνοιξε.

— Αναστασία, ας μιλήσουμε λίγο. — Μπήκε στο χολ και κοίταξε γύρω του, λες και δεν είχε έρθει στο σπίτι της πεθεράς του, αλλά σε επαγγελματική συνάντηση. — Η μαμά παραφέρθηκε. Την ξέρεις, καμιά φορά λέει πράγματα πάνω στα νεύρα της…

— Ανδρέα. — Η Αναστασία σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. — Ήρθες να ζητήσεις συγγνώμη ή να τη δικαιολογήσεις;

Εκείνος κόμπιασε.

— Ε… και τα δύο, μάλλον.

— Τότε ξεκίνα από το πρώτο.

Έκανε έναν ανεπαίσθητο μορφασμό, τόσο μικρό που άλλος ίσως να μην τον πρόσεχε. Εκείνη όμως τον είδε. Ήταν ακριβώς εκείνη η έκφραση που έπαιρνε όταν του ζητούσαν κάτι συγκεκριμένο και αυτό το συγκεκριμένο τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Δεν αγαπούσε τις ξεκάθαρες απαιτήσεις. Γιατί οι ξεκάθαρες απαιτήσεις σήμαιναν ευθύνη.

— Συγγνώμη, — είπε τελικά. — Έπρεπε να της είχα μιλήσει νωρίτερα. Έχεις δίκιο.

— Όταν της μιλήσεις πραγματικά και όταν επιστρέψει στο δικό της σπίτι, τηλεφώνησέ μου. Τότε θα γυρίσω.

Ο Ανδρέας άνοιξε το στόμα του.

— Αναστασία, δεν μπορεί έτσι απλά να…

— Έχει δικό της διαμέρισμα, — τον διέκοψε ήρεμα εκείνη. — Οι εργασίες έχουν τελειώσει εδώ και καιρό. Πριν από οκτώ μήνες.

Έφυγε είκοσι λεπτά αργότερα, χωρίς να έχει καταφέρει τίποτα. Στην κουζίνα, η μητέρα της Αναστασίας περιορίστηκε σε ένα σύντομο σχόλιο, αλλά ήταν αρκετό:

— Καλό παιδί. Κρίμα που είναι της μαμάς του.

Τη Δευτέρα η Αναστασία πήγε στη δουλειά κανονικά, στις εννιά, κρατώντας καφέ από το μηχάνημα στην είσοδο. Οι συνάδελφοι είτε δεν κατάλαβαν τίποτα είτε προσποιήθηκαν πως δεν κατάλαβαν. Η μέρα κύλησε γρήγορα: περίοδος αιχμής, ταξιδιωτικά πακέτα, πελάτες, τηλεφωνήματα. Ως τις έξι το απόγευμα είχε σχεδόν ξεχάσει ότι η ζωή της είχε αλλάξει.

Σχεδόν.

Την Τετάρτη την κάλεσε η Σταματία Αποστόλου. Η Αναστασία κοίταξε την οθόνη του κινητού και αναρωτήθηκε αν έπρεπε να απαντήσει. Τελικά το σήκωσε.

— Αναστασία, — η φωνή της πεθεράς της ακουγόταν ασυνήθιστα χαμηλή. Σχεδόν ανθρώπινη. — Είσαι μεγάλη γυναίκα. Δεν γίνεται έτσι, να σηκώνεσαι και να φεύγεις.

— Γίνεται, — είπε η Αναστασία.

— Μπορεί να είπα και καμιά κουβέντα παραπάνω…

— Κυρία Σταματία, ας είμαστε ειλικρινείς. Εδώ και οκτώ μήνες μένετε στο δικό μου διαμέρισμα. Εγώ πληρώνω το στεγαστικό. Εσείς καλείτε κόσμο, δεν μαζεύετε τίποτα πίσω σας και πετάτε δικά μου πράγματα. Αυτό δεν είναι “είπα μια κουβέντα παραπάνω”. Είναι ολόκληρη τακτική.

Ακολούθησε σιωπή.

— Ποια τακτική και ανοησίες, — ξεφύσηξε η πεθερά της, και τότε φάνηκε πάλι ο παλιός της εαυτός: κοφτερός, οικείος, δηλητηριώδης. — Το σπίτι γράφτηκε στο όνομά σου μόνο επειδή ο Ανδρέας είχε θέμα με το ιστορικό του στην τράπεζα. Κατά βάθος, ανθρώπινα μιλώντας, δικό του είναι.

Η Αναστασία λίγο έλειψε να γελάσει. Ανθρώπινα μιλώντας.

— Κατάλαβα τη θέση σας, — είπε με σταθερή φωνή. — Αντίο.

Και έκλεισε τη γραμμή.

Το ίδιο βράδυ έβγαλε ξανά τον φάκελο με τα έγγραφα και τα διάβασε όλα προσεκτικά, ένα προς ένα. Σύμβαση στεγαστικού δανείου — δανειολήπτρια Παπαδημητρίου Α. Απόσπασμα Κτηματολογίου — ιδιοκτήτρια Παπαδημητρίου Α. Αποδείξεις πληρωμής — καταθέτρια Παπαδημητρίου Α. Όλα καθαρά. Όλα δικά της.

Ύστερα άνοιξε την εφαρμογή της τράπεζας και κοίταξε το υπόλοιπο του δανείου. Έμεναν ακόμη τέσσερα χρόνια δόσεων.

Ψίθυροι Ζωής