“Φύγε από εδώ μέσα! Μας κούρασες πια· τριγυρνάς, κοιτάζεις, ψαχουλεύεις τα πάντα!” είπε η Σταματία χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της, ενώ η νύφη παρέμεινε ακίνητη στη μέση του διαδρόμου

Η ασυδοσία της πεθεράς είναι ανυπόφορα άδικη.
Ιστορίες

— Φύγε από εδώ μέσα! Μας κούρασες πια· τριγυρνάς, κοιτάζεις, ψαχουλεύεις τα πάντα! — Η Σταματία Αποστόλου δεν μπήκε καν στον κόπο να γυρίσει το κεφάλι της. Στεκόταν με την πλάτη στραμμένη, καρφωμένη στο παράθυρο, λες και μιλούσε στον δρόμο κι όχι στη νύφη της. — Το σπίτι, να ξέρεις, είναι του γιου μου. Αν το θελήσουμε, σε πετάμε έξω χωρίς δεύτερη κουβέντα!

Η Αναστασία Παπαδημητρίου έμεινε ακίνητη στη μέση του διαδρόμου. Κρατούσε μια σακούλα με ψώνια, μα στο πρόσωπό της δεν κουνήθηκε ούτε μυς. Το είχε μάθει πια. Μέσα σε δύο χρόνια τέτοιας ζωής, είχε μάθει πολλά.

Η πεθερά της είχε εγκατασταθεί μαζί τους πριν από οκτώ μήνες. Στην αρχή θα έμενε, υποτίθεται, «μόνο για δυο εβδομάδες», επειδή γινόταν ανακαίνιση στο παλιό της διαμέρισμα. Η ανακαίνιση τελείωσε, όμως η Σταματία Αποστόλου δεν έφυγε ποτέ. Απλώς ρίζωσε εκεί. Σαν ένα βαρύ έπιπλο που το κουβάλησαν μέσα και μετά όλοι ξέχασαν να το βγάλουν.

Το διαμέρισμα ήταν δυάρι, σε καινούργια πολυκατοικία στην Καλλιθέα. Το στεγαστικό δάνειο το πλήρωνε η Αναστασία. Κάθε μήνα, στην ώρα του, χωρίς καθυστέρηση, από τον μισθό της ως υπεύθυνης σε ταξιδιωτικό γραφείο. Ο άντρας της, ο Ανδρέας Βλάχος, δούλευε σε συνεργείο αυτοκινήτων, αλλά τα χρήματά του, με έναν παράξενο τρόπο, τελείωναν πάντοτε πριν έρθει η ώρα των δόσεων. «Έτυχε μια ζημιά», «άργησαν να μου δώσουν το μπόνους», «ξεχρέωσα κάτι που χρωστούσα»· κάθε φορά καινούργια δικαιολογία. Η Αναστασία είχε πάψει προ πολλού να τις ακούει.

Το βράδυ της Παρασκευής η Σταματία Αποστόλου κουβάλησε κόσμο στο σπίτι. Ήταν τρεις: η φίλη της, η Μαρίνα Ρήγας, μαζί με τον άντρα της, κι ένας τύπος που τον έλεγαν Παναγιώτη Αποστόλου, τον οποίο η Αναστασία είχε δει μόλις δεύτερη φορά στη ζωή της. Άπλωσαν τα πράγματά τους στην κουζίνα, έβγαλαν μπουκάλια, άνοιξαν την τηλεόραση στη διαπασών και έκαναν σαν να βρίσκονταν σε δικό τους μαγαζί.

Η Αναστασία γύρισε στο σπίτι στις οκτώμισι. Πάνω στο τραπέζι την περίμεναν σωροί από άπλυτα πιάτα, απομεινάρια από την προηγούμενη παρόμοια βραδιά. Το τασάκι ξεχείλιζε, ενώ στο πάτωμα είχε μείνει ένας λεκές από κάτι χυμένο, που είχε ήδη ξεραθεί.

— Ανδρέα. — Έριξε μια ματιά στο δωμάτιο. Ο άντρας της ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ και σκρόλαρε στο κινητό του. — Είδες τι γίνεται στην κουζίνα;

— Ε, ήρθε η μάνα μου με παρέα, — είπε εκείνος αδιάφορα, ανασηκώνοντας τους ώμους. — Τι έγινε δηλαδή;

— Τι έγινε δηλαδή, — επανέλαβε χαμηλόφωνα η Αναστασία. — Τίποτα.

Γύρισε χωρίς άλλη λέξη, μπήκε στο μπάνιο και κλείδωσε την πόρτα. Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Τριάντα ενός χρονών, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και μαλλιά πιασμένα όπως όπως. Στο ταξιδιωτικό γραφείο η περίοδος ήταν φωτιά· δούλευε από τις εννιά το πρωί μέχρι τις επτά, καμιά φορά και μέχρι τις οκτώ. Γύριζε στο σπίτι στραγγισμένη, σαν λεμόνι. Και εκεί την περίμενε αυτό.

Από την κουζίνα ακουγόταν το γέλιο της Σταματίας Αποστόλου, δυνατό, βροντερό, σαν να έδινε παράσταση σε σκηνή. «Αχ, θα με πεθάνεις, Μαρίνα, τι είπες πάλι!» Η Αναστασία άνοιξε τη βρύση πιο δυνατά, για να πνίξει τις φωνές.

Η Σταματία Αποστόλου ήταν από εκείνες τις γυναίκες που δεν έδειχναν ποτέ ολόκληρο τον εαυτό τους. Μπροστά στους άλλους γινόταν η ψυχή της παρέας: γελούσε, κερνούσε, αγκάλιαζε, έλεγε ανέκδοτα. Όλα αυτά, όμως, ίσχυαν μόνο για τον έξω κόσμο. Μέσα στο σπίτι μεταμορφωνόταν. Διέταζε, γκρίνιαζε, άλλαζε θέση στα πράγματα, πετούσε ό,τι δεν της άρεσε. Μια φορά είχε πετάξει τα καινούργια αθλητικά της Αναστασίας, επειδή, όπως είπε, «έπιαναν χώρο στο ράφι».

— Τα παπούτσια αυτά τα πλήρωσα εξήντα ευρώ, — της είχε πει τότε η Αναστασία.

— Και λοιπόν; Ήταν κακάσχημα, — απάντησε η πεθερά της και πήγε να δει τη σειρά της.

Ο Ανδρέας Βλάχος ήταν παρών σε εκείνη τη συζήτηση. Δεν είπε κουβέντα.

Εκείνο το βράδυ η Αναστασία έμεινε για ώρα μέσα στο αυτοκίνητο, παρκαρισμένη έξω από την πολυκατοικία. Απλώς καθόταν. Και σκεφτόταν.

Σιγά σιγά άρχισε να βλέπει το μοτίβο. Κάθε φορά που δοκίμαζε να μιλήσει, να βάλει ένα όριο, να ζητήσει το αυτονόητο, η Σταματία Αποστόλου άρχιζε αμέσως τα κλάματα. Έτσι, κατά παραγγελία: δάκρυα, κοκκινισμένα μάτια, χείλη που έτρεμαν. «Μια ζωή τη χάρισα στον γιο μου, και τώρα θέλουν να με διώξουν». Ο Ανδρέας έτρεχε αμέσως να την παρηγορήσει και κοιτούσε την Αναστασία με μομφή, σαν να της έλεγε: βλέπεις τι έκανες;

Ήταν τέχνη. Κανονική δεξιοτεχνία.

Ένα πρωινό του Απριλίου, η Αναστασία πήγε στο ΚΕΠ.

Δεν είχε συμβεί κάτι ιδιαίτερο εκείνη τη μέρα. Απλώς είχε φτάσει η στιγμή. Το σκεφτόταν καιρό, από το προηγούμενο καλοκαίρι ακόμη, τότε που η Σταματία Αποστόλου είχε δηλώσει δυνατά μπροστά στη Μαρίνα: «Το σπίτι είναι του Ανδρέα, να μην το ξεχνάει». Η Αναστασία δεν είχε απαντήσει τότε. Το είχε μόνο κρατήσει στο μυαλό της.

Στο ΚΕΠ περίμενε σαράντα λεπτά στην ουρά. Ζήτησε αντίγραφο από το Κτηματολόγιο. Όταν πήρε το χαρτί στα χέρια της, το διάβασε προσεκτικά. Όλα ήταν γραμμένα καθαρά, μαύρο πάνω σε άσπρο. Ιδιοκτήτρια: Αναστασία Παπαδημητρίου. Μόνο εκείνη. Επειδή το δάνειο είχε βγει στο όνομά της, επειδή την προκαταβολή —δύο χιλιάδες τριακόσια ευρώ— την είχε δώσει από τις δικές της οικονομίες, επειδή τότε ο Ανδρέας είχε πει: «Έλα, εσύ θα τα καταφέρεις, έχεις πιο σταθερό εισόδημα».

Φωτογράφισε το έγγραφο με το κινητό της και το έβαλε προσεκτικά στην τσάντα.

Ύστερα πέρασε απέναντι, σε μια καφετέρια, πήρε έναν καπουτσίνο και τηλεφώνησε στη μητέρα της.

— Μαμά, ο καναπές στο μικρό δωμάτιο είναι ελεύθερος;

— Φυσικά και είναι. Γιατί; Θα έρθεις;

— Ίσως. Όχι τώρα. Σύντομα.

Η μητέρα της δεν έκανε περιττές ερωτήσεις. Ήξερε να καταλαβαίνει πότε έπρεπε να σωπαίνει.

Όλα κρίθηκαν το Σάββατο.

Από το πρωί η Σταματία Αποστόλου είχε κακή διάθεση. Κάτι της είχε πει η Μαρίνα στο τηλέφωνο, τι ακριβώς κανείς δεν κατάλαβε. Πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι, αναστέναζε επιδεικτικά, μετακινούσε κατσαρόλες, κοπανούσε πορτάκια ντουλαπιών. Η Αναστασία καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας, με καφέ και φακέλους της δουλειάς μπροστά της· έπρεπε να ελέγξει κρατήσεις πριν από τη Δευτέρα.

— Θα μπορούσες να καθαρίσεις και λίγο, έτσι; — πέταξε η πεθερά της περνώντας από δίπλα της.

Η Αναστασία σήκωσε το βλέμμα.

— Θα το κάνω σήμερα το βράδυ.

— Το βράδυ! Ακούς εκεί, το βράδυ θα καθαρίσει! — Η Σταματία Αποστόλου στράφηκε απότομα προς το μέρος της, και στη φωνή της είχε ήδη μπει εκείνος ο γνώριμος τόνος: δυνατός, πιεστικός, σαν να μάλωνε σε λαϊκή αγορά κι όχι μέσα σε σπίτι. — Καταλαβαίνεις καθόλου πώς ζεις εδώ μέσα; Παντού βρομιά, παντού ακαταστασία, και ο Ανδρέας μου δεν έχει άνθρωπο να του μαγειρέψει…

Η Αναστασία την έκοψε απότομα:

— Σταματήστε.

Ψίθυροι Ζωής