“Εσείς, Κυριάκο Γεωργιάδη, στα πενήντα εξακολουθείτε να χρειάζεστε τις γυναίκες για να νιώσετε σπουδαίος” είπα ήρεμα χωρίς να υψώσω τον τόνο

Αδικαιολόγητα σκληρή οικογενειακή αλαζονεία, επικίνδυνα προσβλητική.
Ιστορίες

Ψέλλισε κάτι αόριστα συμφιλιωτικό και μου υποσχέθηκε πως θα μιλούσε στον αδελφό του.

Και, πράγματι, του μίλησε. Μόνο που έναν μήνα αργότερα, σε ένα οικογενειακό μπάρμπεκιου στο εξοχικό, αποδείχτηκε πως όλη η «παρέμβαση» είχε περιοριστεί σε ένα αξιολύπητο: «Κυριάκο, άσε τη γυναίκα μου ήσυχη, είναι ευαίσθητη και τα παίρνει κατάκαρδα».

Τελικά, το πρόβλημα δεν ήμουν εγώ. Ούτε καν πλησίαζε σε μένα.

Ο Κυριάκος Γεωργιάδης, αφού του κόπηκε η δυνατότητα να τσιμπάει τη φρέσκια νύφη της οικογένειας, γύρισε τα βέλη του στους δικούς του ανθρώπους. Πρώτα έπιασε στο στόμα του την αδελφή του, τη Θάλεια Σολομωνίδη:

— Τι έγινε, Θαλίτσα; Πάλι μόνη σου άλλαζες τον προφυλακτήρα στο αμάξι; Ε, με τέτοιο χαρακτήρα, μόνο με γαλλικό κλειδί μπορείς να κοιμάσαι. Άντρα πάντως δεν κατάφερες να κρατήσεις.

Ύστερα ήρθε η σειρά της ίδιας του της γυναίκας, της Χρυσούλας Αποστόλου, επειδή τάχα δεν είχε μαρινάρει σωστά το κρέας.

— Η δικιά μου είναι εντελώς άχρηστη με τα χέρια. Αν δεν ήμουν εγώ, θα ζούσαμε με έτοιμες σούπες και νουντλς.

Οι γυναίκες φόρεσαν ξανά εκείνα τα πορσελάνινα χαμόγελα, τα σφιχτά και άψυχα.

Το χιούμορ του Κυριάκου έμοιαζε με χαλασμένο χλοοκοπτικό που έχει φύγει ανεξέλεγκτο: έκανε θόρυβο, ήταν χοντροκομμένο και περνούσε πάντα πάνω από ζωντανό νεύρο.

Ήμουν έτοιμη να τον βάλω στη θέση του, όταν ο Αλέξανδρος Σολομωνίδης έσφιξε δυνατά το χέρι μου κάτω από το τραπέζι.

— Σε παρακαλώ, μην το κάνεις θέμα, μου ψιθύρισε σχεδόν ικετευτικά.

Τράβηξα ήρεμα το χέρι μου.

— Δεν κάνω κανένα θέμα. Απλώς φεύγω από μέρη όπου την αγένεια τη βαφτίζουν αστείο.

Πήρα την τσάντα μου και κατευθύνθηκα προς την αυλόπορτα.

Δεν έφυγα σαν κυνηγημένη. Έκανα ένα ήσυχο βήμα έξω από τον κύκλο τους, αφήνοντάς τους να βράσουν μόνοι τους μέσα στο δικό τους δηλητηριασμένο καζάνι.

Το ίδιο βράδυ, στο σπίτι, η κουβέντα μας ήταν σύντομη.

— Δεν πρόκειται να ξαναπατήσω σε οικογενειακή μάζωξη, μέχρι να κλείσεις εσύ ο ίδιος αυτή τη βρύση χυδαιότητας που λέγεται αδελφός σου, είπα καθαρά. — Και μην προσπαθήσεις να με πείσεις. Το «όχι» μου είναι από μπετόν.

Την επόμενη μέρα με πήρε τηλέφωνο η Θάλεια Σολομωνίδη.

— Αικατερίνη Οικονόμου, σ’ ευχαριστώ, είπε με φωνή που έτρεμε. — Χρόνια ανεχόμαστε τις προσβολές του για χάρη της μαμάς, για να μη γίνονται σκηνές. Χθες όμως, μόλις έφυγες, η Χρυσούλα τσακώθηκε μαζί του μέσα στο αυτοκίνητο, πρώτη φορά τόσο ανοιχτά.

Όπως φάνηκε, η αγανάκτηση είχε μαζευτεί από καιρό. Απλώς τους έλειπε η αφορμή για να σπάσει η σιωπή.

Δεν είχα καμία πρόθεση να γίνω σωτήρας με λάβαρο. Αλλά ούτε σκόπευα να πληρώνω την ησυχία των άλλων με τα δικά μου νεύρα.

Ο Αλέξανδρος κατάλαβε πως δεν μπλόφαρα: η απειλή δεν κρεμόταν πια πάνω από τα οικογενειακά τραπέζια, αλλά πάνω από κάτι πολύ σοβαρότερο.

Ψίθυροι Ζωής