— Φέρομαι σαν ένας άνθρωπος μεγάλος, που κουράστηκε να ζει με κανόνες άλλων.
Δύο εβδομάδες αργότερα, ο Ανδρέας εμφανίστηκε στην πόρτα της. Κρατούσε λουλούδια, ζητούσε συγγνώμη, έλεγε πως είχε καταλάβει τα πάντα.
— Ας το πιάσουμε από την αρχή. Θα φύγω από τη μαμά, θα νοικιάσω ένα δωμάτιο. Θα τα ξαναβρούμε.
— Ανδρέα, μπορείς να έρθεις εδώ.
Εκείνος έριξε μια ματιά στο λιτό μικρό διαμέρισμα.
— Εδώ;
— Ναι. Αυτό είναι το σπίτι μας. Δικό μου και της Δάφνης. Αν θέλεις, μπορείς να μείνεις μαζί μας.
— Μα… είναι δικό σου.
— Ακριβώς. Δικό μου. Όχι της μητέρας σου. Δικό μου. Κι αν περάσεις αυτό το κατώφλι για να ζήσεις εδώ, θα ισχύουν οι δικοί μου κανόνες.
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
— Τι κανόνες δηλαδή;
— Η μητέρα σου δεν θα έρχεται όποτε της καπνίσει. Δεν θα μου λέει τι να μαγειρεύω ούτε πώς να μεγαλώνω το παιδί μου. Δεν θα φεύγουν χρήματα προς την αδελφή σου χωρίς λόγο και χωρίς συνεννόηση. Εμείς είμαστε ξεχωριστή οικογένεια.
Ο Ανδρέας έμεινε ώρα σιωπηλός. Ύστερα ρώτησε χαμηλόφωνα:
— Κι αν η μαμά παρεξηγηθεί;
— Ας παρεξηγηθεί.
— Αναστασία…
— Πέντε χρόνια έζησα στο σπίτι της και κατάπια πάρα πολλά. Τώρα αυτό είναι το δικό μου σπίτι. Εδώ οι κανόνες είναι δικοί μου. Ή το δέχεσαι ή όχι. Άλλη λύση δεν υπάρχει.
Έφυγε χωρίς να πει κουβέντα.
Πέρασε ένας μήνας. Η Αναστασία έγραψε τη Δάφνη σε καινούριο σχολείο, αγόρασε έπιπλα, τακτοποιούσε σιγά σιγά το σπίτι. Δούλευε, έπαιρνε την κόρη της από το ολοήμερο, μαγείρευε το βράδυ και πριν τον ύπνο έβλεπαν μαζί κινούμενα σχέδια.
Ένα Σάββατο πρωί, ο Ανδρέας στάθηκε ξανά έξω από την πόρτα. Αυτή τη φορά είχε μαζί του δύο βαλίτσες.
— Μπορώ να μπω;
Η Αναστασία δεν απάντησε. Άνοιξε μόνο την πόρτα πιο πολύ.
Εκείνος πέρασε μέσα, άφησε τις βαλίτσες κάτω και κοίταξε γύρω του.
— Το σκέφτηκα. Είχες δίκιο. Έπρεπε από καιρό… έπρεπε να σε είχα προστατεύσει.
— Έπρεπε.
— Συγχώρεσέ με.
Η Αναστασία ένευσε αργά.
— Εντάξει. Αλλά να το θυμάσαι: αυτό είναι το σπίτι μου. Εδώ υπάρχουν όρια. Αν η μητέρα σου αρχίσει πάλι να δίνει διαταγές, εγώ δεν θα σωπάσω. Και δεν θα σωπάσεις ούτε εσύ.
— Δεν θα σωπάσω, το υπόσχομαι.
Η Χριστίνα Θεοδώρου ήρθε μία εβδομάδα μετά, φυσικά χωρίς να τηλεφωνήσει πρώτα. Χτύπησε το κουδούνι και μπήκε με το γνωστό ξινισμένο ύφος.
— Ωραία τρύπα βρήκατε να μείνετε!
— Καλημέρα σας, κυρία Χριστίνα, είπε ευγενικά η Αναστασία. Παρακαλώ, βγάλτε τα παπούτσια σας.
— Δεν θα κάτσω πολύ.
— Τότε μπορείτε να μείνετε στον διάδρομο.
Η πεθερά της τα έχασε.
— Ορίστε;
— Στο σπίτι μας οι επισκέπτες βγάζουν τα παπούτσια τους. Αλλιώς μένουν στην είσοδο.
Η Χριστίνα κοκκίνισε και γύρισε προς τον γιο της. Ο Ανδρέας στεκόταν δίπλα στην Αναστασία. Δεν μίλησε, όμως αυτή τη φορά δεν χαμήλωσε τα μάτια.
Αργά, σχεδόν με το ζόρι, η Χριστίνα Θεοδώρου έβγαλε τα παπούτσια της.
Ήταν μια μικρή νίκη. Όμως για την Αναστασία σήμαινε πολλά.
Πέρασε μισός χρόνος. Η Χριστίνα δεν αποδέχτηκε ποτέ πραγματικά τη νέα κατάσταση. Συνέχισε να συμβουλεύει, να σχολιάζει, να κρίνει, να κάνει μαθήματα ζωής. Μόνο που πια η Αναστασία δεν κατάπινε τις κουβέντες της. Ήρεμα, χωρίς φωνές, αλλά με σταθερότητα, της έδειχνε πού τελείωνε η παρέμβασή της.
Και ο Ανδρέας, βήμα βήμα, μάθαινε να στέκεται στο πλευρό της.
Ένα βράδυ, όταν η Δάφνη είχε αποκοιμηθεί, η Αναστασία στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και κοιτούσε τα φώτα της πόλης. Ο Ανδρέας την πλησίασε από πίσω και την αγκάλιασε.
— Μετάνιωσες ποτέ που αγόρασες αυτό το διαμέρισμα;
Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
— Ούτε για μια στιγμή. Ήταν το καλύτερο πράγμα που έκανα τα τελευταία χρόνια.
— Καλύτερο κι από το να με παντρευτείς; αστειεύτηκε.
Η Αναστασία χαμογέλασε.
— Εκείνο έρχεται δεύτερο.
Γέλασαν και οι δύο. Έξω έπεφτε χιόνι, απλώνοντας πάνω στην πόλη ένα λευκό, απαλό σκέπασμα.
Κι εκεί, μέσα στο μικρό τους διαμέρισμα στην άκρη της πόλης, υπήρχε ζεστασιά. Ησυχία. Γαλήνη.
Γιατί αυτό ήταν πια το σπίτι τους. Αληθινό. Ένα σπίτι όπου τους κανόνες δεν τους έβαζε η πεθερά, αλλά οι ίδιοι.
Και αυτό δεν είχε τιμή.
