Για την Αναστασία Παπαδοπούλου, εκείνη η «ευκολία» είχε μετατραπεί σε αόρατη θηλιά.
Η Χριστίνα Θεοδώρου κυβερνούσε το διαμέρισμά της σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος με άποψη μέσα σε αυτό. Εκείνη αποφάσιζε τι θα μπει στην κατσαρόλα το βράδυ, πότε θα ανοίξει η τηλεόραση, ποια ώρα θα κοιμηθεί η Δάφνη Νικολαΐδη, τι άξιζε να αγοραστεί και τι ήταν, κατά τη γνώμη της, πεταμένα λεφτά.
Η Αναστασία δεν μετρούσε. Ζούσε κάτω από ξένη στέγη, με κανόνες που δεν είχε διαλέξει.
— Αναστασία μου, έτσι όπως ντύνεις τη Δάφνη Νικολαΐδη θα κρυώσει το παιδί!
— Αναστασία, γιατί πήρες αυτό το αλλαντικό; Δεν σου είπα να παίρνεις μόνο εκείνο που είναι σε προσφορά;
— Μην της διαβάζεις παραμύθια πριν κοιμηθεί, Αναστασία μου. Θα αναστατωθεί και δεν θα κλείσει μάτι.
Ο Ανδρέας Παπαδημητρίου, από την πλευρά του, προτιμούσε τη σιωπή. Κάθε φορά που η Αναστασία προσπαθούσε να ανοίξει κουβέντα για να φύγουν από το σπίτι της μητέρας του, εκείνος γλιστρούσε αλλού.
— Ας μείνουμε λίγο ακόμα. Τι βιασύνη υπάρχει; Η μάνα μου δυσκολεύεται μόνη της.
— Κι εγώ δηλαδή περνάω εύκολα; — τον ρωτούσε η Αναστασία.
— Κάνε λίγη υπομονή. Μητέρα μου είναι.
Και η Αναστασία έκανε υπομονή. Τέσσερα χρόνια. Ύστερα πέντε. Δούλευε ασταμάτητα, έδινε το μισό της μισθό στη Χριστίνα Θεοδώρου, μεγάλωνε την κόρη της και κατάπινε τις παρατηρήσεις για το φαγητό της, τα ρούχα της, τον τρόπο που ανέτρεφε το παιδί της.
Περίμενε πως κάποια μέρα ο Ανδρέας θα στεκόταν δίπλα της και θα έλεγε: «Ως εδώ. Φεύγουμε».
Όμως εκείνος δεν το είπε ποτέ.
Ώσπου πέθανε η γιαγιά της Αναστασίας.
Η γλυκιά, ηλικιωμένη Θεοδώρα Κωστοπούλου, που είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή της σε μια μικρή πόλη, μέσα σε ένα δυάρι παλιό αλλά φροντισμένο. Άλλα εγγόνια δεν είχε. Μόνο την Αναστασία. Και σε εκείνη άφησε ό,τι της ανήκε.
Το διαμέρισμα ήθελε δουλειά και επισκευές, βρισκόταν όμως στο κέντρο της πόλης. Η Αναστασία πήγε στην κηδεία, τακτοποίησε τα χαρτιά, μάζεψε όσα έπρεπε και το έβαλε προς πώληση.
Δεν άργησε να πουληθεί. Είκοσι πέντε χιλιάδες ευρώ μπήκαν στον λογαριασμό της ένα σκοτεινό, βροχερό πρωινό του Οκτώβρη. Καθισμένη στο γραφείο της, κοιτούσε τους αριθμούς στην εφαρμογή της τράπεζας και, για πρώτη φορά ύστερα από πέντε χρόνια, ένιωσε πως είχε μπροστά της μια επιλογή.
Δεν το είπε σε κανέναν. Ούτε στον Ανδρέα Παπαδημητρίου. Πολύ περισσότερο, όχι στη Χριστίνα Θεοδώρου.
Άρχισε να ψάχνει αθόρυβα. Διάβαζε αγγελίες, έκλεινε ραντεβού, πήγαινε να δει σπίτια. Δεν ζητούσε πολυτέλειες. Ήθελε ένα μικρό διαμέρισμα, καθαρό, φωτεινό, δικό της. Δεν την ένοιαζε τόσο η περιοχή ούτε η τελειότητα. Της αρκούσε να είναι δικό της.
Έναν μήνα αργότερα το βρήκε. Ένα μονάρι σε καινούρια οικοδομή, στην άκρη της πόλης. Τριάντα οκτώ τετραγωνικά, έτοιμο για κατοίκηση, με μεγάλα φωτεινά παράθυρα και ήσυχη αυλή. Τιμή: είκοσι χιλιάδες ευρώ.
Η Αναστασία το αγόρασε την ίδια κιόλας μέρα.
Τα συμβόλαια γράφτηκαν στο όνομά της, πήρε τα κλειδιά και πήγε να το δει ξανά μόνη. Στάθηκε στη μέση του άδειου δωματίου, άκουσε τη σιωπή που απλωνόταν γύρω της και χαμογέλασε. Έπειτα από χρόνια, χαμογέλασε απλώς επειδή μπορούσε.
Αυτό ήταν το σπίτι της. Μόνο δικό της.
Είχε αποφασίσει να μιλήσει στον Ανδρέα το ίδιο βράδυ, ήρεμα, χωρίς την παρουσία κανενός. Θα του εξηγούσε πως το διαμέρισμα αγοράστηκε με δικά της χρήματα, πως είχε έρθει η ώρα να φύγουν από τη μητέρα του και πως η Δάφνη Νικολαΐδη ήταν πια επτά χρονών και χρειαζόταν τον δικό της χώρο.
Μόνο που η Χριστίνα Θεοδώρου το έμαθε πρώτη.
Πώς ακριβώς, η Αναστασία δεν το κατάλαβε ποτέ. Ίσως είχε κρυφακούσει κάποιο τηλεφώνημα. Ίσως είχε ανοίξει την τσάντα της και είχε βρει τα έγγραφα. Σημασία πια δεν είχε.
Όταν η Αναστασία γύρισε από τη δουλειά, η πεθερά της την περίμενε σαν έτοιμη για μάχη.
— Προδότρα! — ούρλιαξε η Χριστίνα Θεοδώρου. — Σε έβαλα στο σπίτι μου, σε τάισα, κράτησα το παιδί σου, κι εσύ αυτό μου κάνεις; Αυτά τα χρήματα έπρεπε να πάνε στην οικογένεια!
— Σε ποια οικογένεια; — ρώτησε κουρασμένα η Αναστασία.
— Στη δική μας! Να πάρουμε αυτοκίνητο στον Ανδρέα Παπαδημητρίου! Να κρατήσουμε χρήματα για τα μαθήματα της Φωτεινής Κωστοπούλου!
