“Αχάριστη παλιογυναίκα!” — ούρλιαξε η Χρυσούλα Ανδρέου και πέταξε το φλιτζάνι στο πάτωμα, σπάζοντάς το και σκορπίζοντας τα θραύσματα στην κουζίνα

Πικρή, αδίστακτη μητρική εξουσία και δειλή σιωπή.
Ιστορίες

μπροστά της γινόταν χαλί να τον πατήσει.

— Άκου, Χρυσούλα, — ο Δημήτριος Καραγιάννης τίναξε τη στάχτη του τσιγάρου κατευθείαν σ’ ένα πιατάκι, χωρίς καν να ζητήσει συγγνώμη. — Δεν νομίζεις πως ήρθε η ώρα να κοιτάξεις λίγο και τη δική σου ζωή; Όλο στις ζωές των άλλων χώνεσαι.

— Των άλλων; — η πεθερά της πνίγηκε σχεδόν από την αγανάκτηση. — Είναι ο γιος μου! Και αυτό είναι το σπίτι μου!

— Ο γιος σου είναι πια άντρας ολόκληρος. Διάλεξε γυναίκα, έφτιαξε οικογένεια. Κι εσύ ακόμη τον τραβάς από τα σκοινιά, λες και είναι μαριονέτα.

Από το χολ ακούστηκε ένα διστακτικό χτύπημα στην πόρτα. Αμέσως μετά, μια γυναικεία φωνή πρόβαλε προσεκτικά:

— Να περάσω; Η Αγγελική είμαι…

— Πέρνα, πέρνα, — έκανε ο Δημήτριος με το χέρι. — Ήρθες πάνω στην ώρα. Μάρτυρας μας χρειάζεται.

Η Αγγελική Νικολάου έβγαλε το κεφάλι της στην κουζίνα, είδε τα αναποδογυρισμένα πράγματα, τα αγριεμένα πρόσωπα, όλη εκείνη τη μικρή οικογενειακή δίκη που είχε στηθεί γύρω από το τραπέζι.

— Αχ… μήπως ενοχλώ;

— Ενοχλείς εδώ και καιρό, — μουρμούρισε η Χρυσούλα Ανδρέου. — Έχεις κολλήσει το αυτί σου στον τοίχο και δεν ξεκολλάς.

Η Αγγελική θίχτηκε αμέσως.

— Δηλαδή φταίω εγώ που οι τοίχοι εδώ είναι σαν χαρτί; Όλη η πολυκατοικία σάς ακούει κάθε φορά που στήνετε καβγά.

— Όλη η πολυκατοικία; — ρώτησε ο Δημήτριος, ξαφνικά με ζωηρό ενδιαφέρον.

— Βέβαια! — η Αγγελική πήρε θάρρος. — Η Αικατερίνη Γεωργίου από τον πρώτο λέει πως δεν περνάει μέρα χωρίς φασαρία. Μια φωνάζει η κυρία Χρυσούλα, μια πετιούνται πιάτα, μια γίνεται ο χαμός…

— Αγγελική! — πετάχτηκε η πεθερά σαν να την τσίμπησε φίδι. — Ήρθες εδώ για να κουβαλήσεις κουτσομπολιά;

— Ποια κουτσομπολιά; — η Αγγελική στάθηκε με τα χέρια στη μέση. — Σας πονάει η αλήθεια; Ή μήπως να αναρωτηθείτε επιτέλους γιατί όλοι οι γείτονες έχουν να πουν μόνο άσχημα λόγια για όσα γίνονται εδώ μέσα;

Ο Νικόλαος Δημητρίου χλόμιασε. Η Ελένη Παπαδοπούλου σκέπασε το πρόσωπό της με τις παλάμες. Να βγαίνουν τα οικογενειακά τους στη φόρα μπροστά σε ξένους — αυτό δεν μπορούσε να το αντέξει.

Ο Δημήτριος Καραγιάννης παρακολουθούσε τα πάντα σιωπηλός, τραβώντας πού και πού από το τσιγάρο του. Ύστερα, εντελώς απροσδόκητα, χαμογέλασε.

— Ξέρεις κάτι, Χρυσούλα; Νομίζω πως εμείς οι δυο πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά. Μόνοι μας.

— Και τι έχουμε να πούμε;

— Για το μέλλον σου. — Σηκώθηκε αργά από την καρέκλα. — Νικόλαε, πήγαινε τη γυναίκα σου μέσα να ξαπλώσει. Είναι άρρωστη, να ξεκουραστεί. Αγγελική, εσύ στο σπίτι σου. Εγώ και η Χρυσούλα θα μείνουμε εδώ.

— Μα εγώ ήθελα να…

— Σπίτι σου, είπα.

Στη φωνή του υπήρχε τέτοια αυστηρότητα, που η Αγγελική εξαφανίστηκε σχεδόν ακαριαία. Ο Νικόλαος, χωρίς να φέρει αντίρρηση, βοήθησε βιαστικά την Ελένη να βγει από την κουζίνα.

Η Χρυσούλα Ανδρέου έμεινε μόνη με τον κουνιάδο της, νιώθοντας στο στομάχι της εκείνο το βαρύ προαίσθημα πως θα άκουγε λόγια καθόλου ευχάριστα.

— Κάτσε, — της είπε ο Δημήτριος, δείχνοντας την καρέκλα. — Και μη μου παριστάνεις την αδικημένη αγία. Θα μιλήσουμε σαν μεγάλοι άνθρωποι.

Η Χρυσούλα κάθισε, μα το σώμα της έμενε τεντωμένο. Ήταν έτοιμη να πεταχτεί όρθια με την πρώτη ευκαιρία και να αντεπιτεθεί.

— Άκουσέ με καλά, Χρυσούλα. Ο Μιχαήλ Κωνσταντίνου, ο μακαρίτης σου, πριν φύγει από τη ζωή, μου ζήτησε να έχω τον νου μου στην οικογένεια. Του το υποσχέθηκα. Αλλά αυτό που κάνεις εσύ δεν είναι οικογένεια. Είναι τρέλα, βασανιστήριο.

— Εγώ προστατεύω τον γιο μου!

— Από ποιον; Από τη γυναίκα του; — ο Δημήτριος κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι. — Η κοπέλα είναι καλή, νοικοκυρεμένη, δουλεύει, προσπαθεί. Γιατί την έχεις βάλει στο μάτι;

— Καλή; — η Χρυσούλα ξεφύσηξε περιφρονητικά. — Θέλει να με πετάξει έξω από το ίδιο μου το σπίτι!

— Ανοησίες. Το μόνο που θέλει είναι να ζήσει ήσυχα με τον άντρα της. Εσύ δεν τους αφήνεις λεπτό να ανασάνουν.

Η Χρυσούλα σηκώθηκε απότομα και άρχισε να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα.

— Δημήτρη, δεν καταλαβαίνεις! Ο Νικόλαος είναι ό,τι μου απέμεινε. Πάνω του στήριξα ολόκληρη τη ζωή μου!

— Ακριβώς. Τη φόρτωσες πάνω του. Και τώρα απαιτείς να ζήσει και τη δική σου ζωή αντί για σένα;

Τα λόγια τον βρήκαν τον στόχο τους. Η Χρυσούλα σταμάτησε στη μέση της κουζίνας. Τα μάτια της γέμισαν νερό.

— Και τι μου μένει; Είμαι πενήντα οκτώ χρονών. Μόνη μου…

— Μόνη έμεινες επειδή έτσι διάλεξες, — απάντησε κοφτά ο Δημήτριος. — Θυμάμαι πολύ καλά πόσοι άνθρωποι προσπάθησαν να σε πλησιάσουν μετά τον θάνατο του Μιχαήλ. Τους έδιωξες όλους. Έλεγες πως ο γιος σου δεν χρειαζόταν πατριό.

— Και σωστά το έλεγα!

— Σωστά; Ο γιος σου μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έχει τη δική του ζωή. Εσύ τι κάνεις; Κάθεσαι εδώ και δηλητηριάζεσαι με ολόκληρο τον κόσμο;

Η Χρυσούλα αναστέναξε με λυγμό. Όμως ο Δημήτριος δεν είχε σκοπό να τη χαϊδέψει.

— Μόρφωση έχεις. Τα χέρια σου δεν κόπηκαν. Θα μπορούσες να δουλεύεις, να γνωρίσεις ανθρώπους, να φτιάξεις μια δική σου καθημερινότητα. Μα όχι. Είναι πιο εύκολο να κρεμιέσαι από τον γιο σου και να κάνεις τη ζωή της οικογένειάς του μαρτύριο.

— Είσαι σκληρός…

— Λέω την αλήθεια. Και θα σου πω και κάτι ακόμη. Αν δεν μαζευτείς, θα μείνεις εντελώς μόνη. Ο Νικόλαος αργά ή γρήγορα δεν θα αντέξει άλλο και θα φύγει με τη γυναίκα του. Και τότε; Θα γεράσεις ολομόναχη μέσα σε αυτό το διαμέρισμα;

Η σιωπή έπεσε βαριά. Η Χρυσούλα στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα γύρω από τον εαυτό της και έκλαιγε σιγανά.

Στο διπλανό δωμάτιο, ο Νικόλαος βοηθούσε την Ελένη να ξαπλώσει.

— Ξάπλωσε, αγάπη μου. Πρέπει να πέσει ο πυρετός.

Η Ελένη υπάκουσε, αλλά κράτησε το χέρι του σφιχτά, σαν να φοβόταν πως αν τον άφηνε, θα γυρνούσε πάλι εκεί έξω και όλα θα συνέχιζαν όπως πριν.

— Νικόλαε, δεν αντέχω άλλο έτσι. Κάθε μέρα φωνές, κάθε μέρα εγώ φταίω για όλα, κάθε μέρα κάτι καινούργιο…

— Κάνε λίγη υπομονή ακόμη, — της χάιδεψε τα μαλλιά. — Σύντομα θα φύγουμε από εδώ.

— Πότε είναι αυτό το “σύντομα”; Έναν χρόνο το λέμε και ακόμη είμαστε στο ίδιο σημείο!

Ο Νικόλαος αναστέναξε βαριά. Ήξερε κι εκείνος πως αυτή η ζωή δεν πήγαινε άλλο. Μα η μητέρα του, μέσα του, ήταν κάτι ιερό. Πώς να την άφηνε μόνη;

— Ξέρεις κάτι; — η Ελένη τον κοίταξε στα μάτια. — Ο θείος Δημήτριος έχει δίκιο. Η μητέρα σου δεν είναι καμιά ανήμπορη γριούλα. Είναι μια δυνατή γυναίκα που έχει μάθει να ελέγχει τους πάντες.

— Ελένη, σε παρακαλώ, μη…

— Πρέπει να το πω! Αν δεν σταματήσουμε τώρα, θα μας διαλύσει. Κοίτα τον εαυτό σου. Φοβάσαι ακόμη και μια λέξη παραπάνω να ξεστομίσεις.

Ο Νικόλαος χαμήλωσε το κεφάλι. Κατά βάθος ήξερε ότι η γυναίκα του έλεγε την αλήθεια. Μα το να το παραδεχτεί έμοιαζε στα μάτια του με προδοσία απέναντι στη μητέρα του. Κι αυτό δεν μπορούσε να το κάνει.

Από την κουζίνα έφταναν πνιχτές, χαμηλωμένες φωνές. Ο Δημήτριος Καραγιάννης συνέχιζε ακούραστα το δύσκολο μάθημα που είχε αποφασίσει να δώσει στη Χρυσούλα.

Ψίθυροι Ζωής