«ναι» — είπαν πριν δέκα χρόνια, και τώρα η επέτειος μετατρέπεται σε παγωμένη σιωπή όταν η σύζυγος βρίσκει τον Γιώργο με πουκάμισο και έναν απειλητικό δερμάτινο φάκελο

Η επέτειος φάνταζε θλιβερά απατηλή και τραγική.
Ιστορίες

Εκείνο το βράδυ έμεινα για ώρα πολλή καθισμένη στο σκοτεινό υπνοδωμάτιο, με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι. Χωρίς να το θέλω, το μυαλό μου άρχισε να γυρίζει πίσω, σε εκείνη την περίοδο που ακόμη πίστευα πως εγώ κι ο Γιώργος ήμασταν σύμμαχοι, δύο άνθρωποι στην ίδια πλευρά.

Πέντε χρόνια πριν, ο Γιώργος Λαζαρίδης είχε φύγει από τη δουλειά του μέσα σε καβγά. Εργαζόταν τότε ως υπεύθυνος πωλήσεων σε μια εταιρεία που τοποθετούσε κουφώματα και ήταν πεπεισμένος ότι οι στρατηγικές του ικανότητες πήγαιναν χαμένες με τρόπο σχεδόν τραγικό. Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, ο διευθυντής του είχε τρομάξει από τον ανταγωνισμό και τον είχε εξωθήσει σε παραίτηση επειδή δεν άντεχε να έχει δίπλα του έναν τόσο χαρισματικό υπάλληλο. Τι είχε συμβεί πραγματικά, δεν θα το μάθω ποτέ. Από εκείνη τη στιγμή, πάντως, άρχισε η μεγάλη εποχή της «αναζήτησης του προορισμού του».

Εγώ τότε δούλευα σε διαφημιστική εταιρεία ως junior account manager και, ταυτόχρονα, δεχόμουν όποια ελεύθερη δουλειά έβρισκα. Μέναμε σε ένα νοικιασμένο μικρό δυάρι, κι εγώ γύριζα κάθε βράδυ με το λάπτοπ σχεδόν κολλημένο στο χέρι, για να συνεχίσω τις εκκρεμότητες από το σπίτι. Εκείνος με περίμενε με ύφος πληγωμένου παιδιού και με την απαίτηση να υπάρχει και φαγητό.

— Δεν περνάς καθόλου χρόνο μαζί μου, — μου έλεγε. — Η δουλειά σου μετράει περισσότερο από τον γάμο μας.

Προσπαθούσα να του εξηγήσω πως, αν σταματούσα να δουλεύω, δεν θα μπορούσαμε καν να πληρώσουμε το ενοίκιο. Ο Γιώργος, όμως, έκανε απλώς μια κίνηση με το χέρι, σαν να διώχνει κάτι ασήμαντο. Είχε πάντοτε έτοιμη μια θεωρία: ο κόσμος ήταν άδικος, τα αληθινά ταλέντα έπρεπε να στηρίζονται και όχι να παλεύουν για την επιβίωση. Κι εγώ, ως αφοσιωμένη σύζυγος, όφειλα να είμαι αυτή η στήριξη.

Πριν από τρία χρόνια έστησα τη δική μου επιχείρηση, ένα πρακτορείο προώθησης δημιουργών περιεχομένου και bloggers. Το πρώτο εξάμηνο δούλευα δεκαοχτώ ώρες την ημέρα. Κοιμόμουν σε κομμάτια, ξεχνούσα να φάω, έχανα την αίσθηση του χρόνου. Ο Γιώργος θύμωνε. Έλεγε ότι «είχα πάθει εμμονή με τα χρήματα» και πως παλιά ήμουν διαφορετική: ανάλαφρη, χαρούμενη, τρυφερή. Δεν έβλεπε ότι εκείνη η «ανάλαφρη και χαρούμενη» γυναίκα υπήρχε πριν πέσουν πάνω μου όλοι οι λογαριασμοί, τα δάνεια και ο φόβος να βρεθούμε από τη μια μέρα στην άλλη στον δρόμο.

Η πιο σκληρή ανάμνηση, όμως, ήταν άλλη. Ήταν η μέρα που γύρισα σπίτι νωρίτερα από το συνηθισμένο και τον άκουσα να μιλά στο τηλέφωνο με τη μητέρα του.

— Μαμά, σοβαρά τώρα, μην αγχώνεσαι. Αυτή δουλεύει σαν σκυλί. Εγώ δεν χρειάζεται να ζοριστώ καθόλου, τα τραβάει όλα μόνη της. Να έβλεπες τη φάτσα της κάθε φορά που της λέω πως έχω άλλη μία μεγαλοφυή ιδέα. Με πιστεύει κιόλας. Ηλίθια.

Τότε προσποιήθηκα ότι δεν είχα ακούσει τίποτα. Έκλεισα απλώς την πόρτα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα, βγήκα στο κλιμακοστάσιο και έμεινα εκεί μισή ώρα, κοιτάζοντας τον τοίχο. Γιατί δεν έφυγα εκείνη τη στιγμή; Ίσως επειδή μέχρι την τελευταία στιγμή ήθελα να πιστέψω ότι είχα παρακούσει. Ίσως επειδή φοβόμουν υπερβολικά να παραδεχτώ πως όλα αυτά τα χρόνια με είχαν χρησιμοποιήσει.

Τώρα, καθισμένη στο σκοτάδι, με την ηχογράφηση της πεθεράς μου αποθηκευμένη στο κινητό, επέτρεψα επιτέλους στον εαυτό μου να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Ο άντρας μου ήταν ένας συντηρούμενος καιροσκόπος. Η πεθερά μου ήταν συνένοχός του. Κι εγώ ήμουν ο πόρος που είχαν αποφασίσει να αρμέγουν ακόμη και μετά το διαζύγιο.

Μόνο που κάθε πόρος κάποτε τελειώνει. Ή εκρήγνυται.

Τις επόμενες δύο εβδομάδες άρχισα να χτίζω, μεθοδικά και χωρίς βιασύνη, την εικόνα της οικονομικής καταστροφής. Στο σπίτι εμφανίστηκαν φτηνά τρόφιμα σε κραυγαλέες συσκευασίες προσφοράς, τα μπουκάλια κρασί αντικαταστάθηκαν από χυμούς σε χάρτινα κουτιά και η γκαρνταρόμπα μου περιορίστηκε σε δύο τζιν και μερικά πουλόβερ που είχα να φορέσω από τα φοιτητικά μου χρόνια. Ο Γιώργος παρακολουθούσε τις αλλαγές με όλο και μεγαλύτερη ανησυχία, αλλά προς το παρόν δεν έλεγε τίποτα.

Η πρώτη που δεν άντεξε ήταν η πεθερά μου.

Ήρθε Σάββατο πρωί και μπήκε στο σαλόνι χωρίς καν να βγάλει τα παπούτσια της. Πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι στεκόταν μόνη της μια κούπα με στιγμιαίο καφέ — σύμφωνα με το σχέδιό μου, για καλό καφέ φίλτρου δεν μου περίσσευαν πια χρήματα.

— Ιωάννα, τα καταλαβαίνω όλα, δύσκολες εποχές, — άρχισε από την πόρτα η Παναγιώτα Μακρή, — αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παρατήσεις τα πάντα. Το σπίτι σου είναι άνω κάτω, το ψυγείο άδειο, ο Γιωργάκης έχει αδυνατίσει. Τον αφήνεις νηστικό;

— Κυρία Μακρή, — απάντησα κουρασμένα, — έχω στ’ αλήθεια σοβαρά προβλήματα. Το ξέρετε.

— Το ξέρω. Γι’ αυτό κι εγώ σου προτείνω πρακτική βοήθεια. Θα πάρω προσωρινά μερικά πράγματα που σας είχαμε χαρίσει. Έτσι κι αλλιώς δεν τα προσέχεις όπως πρέπει. Όταν ορθοποδήσεις, τα επιστρέφουμε.

Για μια στιγμή νόμισα ότι δεν άκουσα σωστά.

— Ποια πράγματα;

— Μα ποια; Το πολυμίξερ που σας φέραμε όταν μπήκατε στο σπίτι. Την ηλεκτρική σκούπα. Την τηλεόραση από την κρεβατοκάμαρα. Εμείς σας τα δώσαμε με την καρδιά μας, αλλά αφού τώρα θα κόβεις από παντού, ας είναι τουλάχιστον ασφαλείς οι συσκευές σε εμάς.

Στάθηκα ακουμπισμένη στην κάσα της πόρτας και την παρακολουθούσα να πακετάρει με επαγγελματική ψυχραιμία στις τσάντες που είχε φέρει το δικό μου πολυμίξερ — το οποίο, παρεμπιπτόντως, είχα αγοράσει εγώ, απλώς πάνω στο κουτί υπήρχε τότε μια κάρτα από «την οικογένεια του Γιώργου». Έπειτα ξεκρέμασε την τηλεόραση από τον τοίχο του υπνοδωματίου, μια τηλεόραση που είχα πάρει με δόσεις, και έβγαλε στον διάδρομο και την ηλεκτρική σκούπα.

Δεν την εμπόδισα. Το μόνο που έκανα ήταν να ισιώσω διακριτικά την καρφίτσα στην μπλούζα μου και να προσπαθήσω να συγκρατήσω κάθε της κίνηση, κάθε τόνο στη φωνή της.

— Βλέπεις; — είπε στο τέλος, ρίχνοντας μια ματιά στις άδειες γωνιές του σπιτιού. — Κι εσύ ανησυχούσες. Όταν βοηθούν οι δικοί σου άνθρωποι, όλα γίνονται πιο εύκολα. Πάρε με αν χρειαστείς κάτι.

Και έφυγε, αφήνοντάς με όρθια στη μέση ενός σαλονιού που έμοιαζε ξηλωμένο.

Ο Γιώργος άντεξε τρεις μέρες περισσότερο από τη μητέρα του. Μπήκε στην κουζίνα την ώρα που, ακολουθώντας το σενάριο, μιλούσα δήθεν με έναν πιστωτή στο τηλέφωνο και τον παρακαλούσα να μου δώσει παράταση ακόμη μία εβδομάδα.

— Ιωάννα, αρκετά, — πέταξε, χτυπώντας πάνω στο τραπέζι ένα χαρτί. — Αυτό είναι το συμβόλαιό σου με την τράπεζα για το στεγαστικό. Πήγα στο κατάστημα και έμαθα ότι η καθυστέρηση είναι τρεις μήνες. Τρεις μήνες, Ιωάννα! Καταλαβαίνεις ότι θα μας πετάξουν έξω;

— Μας; — επανέλαβα.

— Ναι, μας! Είμαστε ακόμη παντρεμένοι και τα χρέη σου είναι και δικά μου χρέη! Γιατί μου το έκανες αυτό; Επίτηδες, έτσι; Επειδή ζήτησα διαζύγιο, αποφάσισες να με τραβήξεις μαζί σου στον λάκκο;

— Γιώργο, ηρέμησε…

— Όχι, εσύ να ηρεμήσεις! — ούρλιαξε και με άρπαξε από τον ώμο. — Μου κατέστρεψες τη ζωή, το καταλαβαίνεις; Εξαιτίας σου δεν μπόρεσα να γίνω αυτό που άξιζα! Εξαιτίας σου καθόμουν στο σπίτι σαν υπηρέτης, ενώ εσύ έτρεχες στις παρουσιάσεις σου! Μου χρωστάς! Μου χρωστάς για κάθε λεπτό ταπείνωσης, για κάθε στραβό βλέμμα, για κάθε φορά που κάποιος ρωτούσε «και ο άντρας σου με τι ασχολείται;».

Τα δάχτυλά του έσφιξαν περισσότερο. Ένιωσα τον πόνο να απλώνεται στον ώμο μου και προσπάθησα να τραβηχτώ, όμως εκείνος με τράβηξε προς το μέρος του.

— Αν δεν έχεις λεφτά, πήγαινε βρες τα. Πούλα κάτι. Πούλα και νεφρό, δεν με νοιάζει. Αλλά τα χρέη θα τα κλείσεις. Κατάλαβες;

— Το εννοείς αυτό που λες; — ψιθύρισα.

— Απόλυτα. Πάντα άντρας με φούστα ήσουν, οπότε λύσε τα προβλήματα σαν άντρας. Εγώ το μερίδιό μου το δικαιούμαι. Δέκα χρόνια υπέμεινα αυτή την καταδίκη.

Κατάφερα να ξεφύγω και έκανα πίσω μέχρι που ακούμπησα στον τοίχο. Εκείνος ανάσαινε βαριά, αλλά δεν με ακολούθησε. Προφανώς θεώρησε πως με είχε τρομάξει αρκετά.

— Αύριο φεύγω και πάω στη μάνα μου. Θα μείνω εκεί μια εβδομάδα. Μέχρι να γυρίσω, να έχεις βρει λύση. Αλλιώς θα καταθέσω κανονικά αγωγή για διανομή περιουσίας και τότε θα μάθεις τι θα πει πραγματικό πρόβλημα.

Όταν η εξώπορτα έκλεισε με δύναμη, άφησα το σώμα μου να γλιστρήσει αργά στον τοίχο μέχρι το πάτωμα. Ο ώμος μου πονούσε, και στο δέρμα άρχισαν να φαίνονται κόκκινα σημάδια από τα δάχτυλά του. Παράξενο, όμως: μέσα μου επικρατούσε σχεδόν ηρεμία. Η κάμερα στην καρφίτσα είχε καταγράψει κάθε λέξη, κάθε χειρονομία. Το ίδιο και το μικρό καταγραφικό που βρισκόταν στο ράφι της κουζίνας.

Τηλεφώνησα στη Χριστίνα Γιαννοπούλου.

— Έπεσε στην παγίδα. Απειλές, σωματική βία, απαίτηση να πουλήσω όργανο. Και έχουμε και την πεθερά με την αρπαγή των συσκευών.

— Τέλεια, — ανάσανε η Χριστίνα. — Ετοιμάσου για δικαστήριο. Θα είναι εντυπωσιακό.

Τις εβδομάδες που ακολούθησαν σχεδόν δεν έβγαινα από το γραφείο. Το πρακτορείο λειτουργούσε απολύτως κανονικά, και μόνο ένας πολύ στενός κύκλος ανθρώπων γνώριζε ότι καμία πραγματική κρίση δεν υπήρχε. Οι υπόλοιποι υπάλληλοι έβλεπαν απλώς μια συγκεντρωμένη διευθύντρια, που χειριζόταν τα τρέχοντα θέματα και ζητούσε να μην την ενοχλούν για ασήμαντα πράγματα.

Μια τέτοια μέρα ακούστηκε χτύπος στην πόρτα του γραφείου μου. Στο κατώφλι στεκόταν ο Κωνσταντίνος Θεοδώρου, ιδιοκτήτης μιας νεοφυούς εταιρείας τεχνολογίας, με τον οποίο είχαμε συναντηθεί δυο-τρεις φορές σε συνέδρια. Ψηλός, με μαλλιά μονίμως ανακατεμένα και με γυαλιά που έχανε διαρκώς, για να τα ξαναβρίσκει στα πιο απίθανα σημεία.

— Ιωάννα; Γεια σου. Άκουσα ότι περνάς δύσκολα, — είπε χωρίς καμία εισαγωγή.

— Οι φήμες ταξιδεύουν γρήγορα, — χαμογέλασα πικρά. — Αλλά μην ανησυχείς, στη δουλειά μου δεν θα επηρεαστεί τίποτα.

— Δεν ήρθα γι’ αυτό. Ήρθα να σου προτείνω συνεργασία. Ετοιμάζουμε ένα καινούργιο project, μια πλατφόρμα για micro-influencers, και χρειαζόμαστε άνθρωπο που να ξέρει την προώθηση από μέσα. Εσύ είσαι ακριβώς αυτό που ψάχνουμε.

Τον κοίταξα δύσπιστα.

— Ξέρεις ότι αυτή την περίοδο είμαι σε διαδικασία διαζυγίου και έχω ένα σωρό προβλήματα;

— Το ξέρω.

Ψίθυροι Ζωής