— Μαμά, αυτό το σπίτι δεν σου ανήκει.
— Μα είμαστε οικογένεια! — αντέτεινε εκείνη, σαν αυτό να αρκούσε για να σβήσει κάθε όριο.
— Ακριβώς επειδή είμαστε οικογένεια, έπρεπε πρώτα να μας ρωτήσεις.
Την επόμενη μέρα ο Δημήτριος Οικονόμου πήρε ο ίδιος τηλέφωνο έναν προς έναν όλους τους συγγενείς. Η Ιωάννα Οικονόμου, από την κουζίνα, άκουγε τη φωνή του. Ήταν ήρεμη, χωρίς φωνές, αλλά είχε μέσα της μια αποφασιστικότητα που δεν άφηνε περιθώρια.
Σε καθέναν εξήγησε πως είχε γίνει παρεξήγηση. Η πρόσκληση, είπε, δόθηκε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των ανθρώπων που ζούσαν στο σπίτι. Το σπίτι τους δεν ήταν ξενώνας δωρεάν διακοπών και εκείνος με την Ιωάννα είχαν δικαίωμα να κανονίζουν μόνοι τους την ξεκούρασή τους.
Μερικοί συγγενείς ένιωσαν αμήχανα και ζήτησαν συγγνώμη. Η θεία Μαρίνα Δημοπούλου είπε μάλιστα:
— Δεν ξέραμε ότι η Βασιλική Καραγιάννη τα αποφάσισε όλα μόνη της.
Άλλοι πάλι πικράθηκαν, ιδιαίτερα η ανιψιά που είχε ήδη βγάλει εισιτήρια.
Η πεθερά, όμως, ξέσπασε σε πραγματική θύελλα. Πηγαινοερχόταν στο σαλόνι, κουνούσε τα χέρια της και δεν μπορούσε να συγκρατηθεί.
— Εσύ φταις για όλα! — φώναζε, δείχνοντας την Ιωάννα με το δάχτυλο. — Τσιγκούνα! Αχάριστη! Σε δέχτηκα στην οικογένειά μας κι εσύ διώχνεις τους δικούς μας ανθρώπους!
Αυτή τη φορά, όμως, δεν βρέθηκε κανείς να σταθεί στο πλευρό της. Ούτε ο Δημήτριος λύγισε.
Το επόμενο πρωί πήγε τη μητέρα του στον σταθμό. Η Ιωάννα βγήκε κι εκείνη να την αποχαιρετήσει, κρατώντας ένα θερμός με καφέ για τη διαδρομή.
Λίγο πριν φύγει, η πεθερά έκανε μια τελευταία προσπάθεια να την κάνει να αισθανθεί ένοχη.
— Θα το μετανιώσεις κάποτε. Θα μείνεις μόνη σου και κανείς δεν θα σου δώσει χέρι βοήθειας.
— Όχι, — απάντησε η Ιωάννα ήρεμα, κοιτάζοντάς την στα μάτια. — Πάλεψα πάρα πολύ για αυτό το σπίτι. Και τώρα το μόνο που θέλω είναι ησυχία και γαλήνη.
Ύστερα από λίγες εβδομάδες, η ζωή ξαναβρήκε τον κανονικό της ρυθμό. Η πρωινή ηρεμία δεν κοβόταν πια από δυνατές κουβέντες, απαιτήσεις και παράπονα.
Τα πρωινά η Ιωάννα έπινε τον καφέ της στη βεράντα και χάζευε τη θάλασσα. Οι γλάροι έκαναν κύκλους πάνω από το νερό και ο αέρας περνούσε ανάμεσα στα πεύκα, κάνοντάς τα να θροΐζουν απαλά.
Ο Δημήτριος ασχολούνταν με τον κήπο. Φύτευε καινούριες τριανταφυλλιές, που η Ιωάννα είχε παραγγείλει από φυτώριο.
— Θα γίνουν υπέροχες, — της έλεγε, δείχνοντάς της φωτογραφίες με τις ποικιλίες.
Τα βράδια έψηναν ψάρι στην αυλή και κάθονταν να βλέπουν το ηλιοβασίλεμα. Καμιά φορά καλούσαν φίλους για το Σαββατοκύριακο.
Οι συγγενείς συνέχισαν να έρχονται. Μόνο που πλέον έρχονταν κατόπιν πρόσκλησης και έμεναν λίγες μέρες. Ακόμη και η πεθερά εμφανίστηκε το φθινόπωρο — για τρεις ημέρες, έχοντας ενημερώσει έναν μήνα πριν.
Δεν αποκαλούσε πια το σπίτι ερείπιο. Αλλά ούτε και φερόταν σαν να ήταν δικό της.
— Μπορώ να έρθω το τριήμερο της Πρωτομαγιάς; — ρώτησε πριν φύγει.
— Φυσικά, μαμά. Απλώς πες το μας νωρίτερα, έστω τρεις μέρες πριν, — αποκρίθηκε ο Δημήτριος.
Και η Ιωάννα χαμογέλασε, κοιτάζοντας τη δική της θάλασσα.
