«ναι» — είπαν πριν δέκα χρόνια, και τώρα η επέτειος μετατρέπεται σε παγωμένη σιωπή όταν η σύζυγος βρίσκει τον Γιώργο με πουκάμισο και έναν απειλητικό δερμάτινο φάκελο

Η επέτειος φάνταζε θλιβερά απατηλή και τραγική.
Ιστορίες

Το βράδυ μύριζε μαραμένες παιώνιες και φαγητό που είχε ξαναζεσταθεί βιαστικά. Γύρισα στο σπίτι ακριβώς στις επτά, παρόλο που όλη μέρα είχα ορκιστεί πως θα έμενα στο γραφείο μέχρι να τελειώσω τα πάντα. Όμως η ημερομηνία δεν σήκωνε αναβολές. Δέκα χρόνια από τότε που είχαμε πει ο ένας στον άλλον το «ναι». Δέκα χρόνια μέσα στα οποία εγώ είχα μετατραπεί σε πολυεργαλείο με αυτόματη λειτουργία αυτοκαθαρισμού, ενώ ο Γιώργος Λαζαρίδης παρέμενε ένας αιώνιος αναζητητής του εαυτού του, προσωρινά απασχολημένος με το απολύτως τίποτα.

Το μπουκέτο με τα λευκά τριαντάφυλλα μου γαργαλούσε τον αγκώνα. Τα είχα διαλέξει μόνη μου από εκείνο το μικρό ανθοπωλείο κοντά στο μετρό, στο ίδιο σημείο όπου κάποτε, τρέμοντας από το κρύο και την ευτυχία, του αγόραζα γραβάτες σε προσφορά. Τώρα πια οι γραβάτες ήταν άχρηστες. Ο Γιώργος δεν φορούσε τίποτα πέρα από φόρμες σπιτιού και μπλουζάκια με βαρύγδουπες επιγραφές του τύπου «Γεννημένος για να διοικώ».

Στο χολ το φως ήταν αναμμένο, μα η ησυχία είχε κάτι το ύποπτο. Δεν ακουγόταν η τηλεόραση με κάποιον απογευματινό αγώνα, ούτε το τσιτσίρισμα από τηγάνι στην κουζίνα. Τον τελευταίο καιρό εκείνος είχε αναλάβει σχεδόν τελετουργικά το μαγείρεμα, επειδή εγώ επέστρεφα τόσο αργά και τόσο στραγγισμένη, που δεν μου έμενε δύναμη ούτε να υποκριθώ τη νοικοκυρά που κρατά ζεστή την οικογενειακή εστία.

Ο Γιώργος καθόταν στο τραπέζι του σαλονιού. Μπροστά του υπήρχε ένα μπουκάλι κρασί, από εκείνο που είχαμε φέρει από το τελευταίο κοινό μας ταξίδι στην Κρήτη, δύο ποτήρια και ένας λεπτός δερμάτινος φάκελος. Υπερβολικά επίσημος για ένα δείπνο επετείου. Υπερβολικά απειλητικός για να είναι τυχαίος.

Φορούσε πουκάμισο. Εκεί, κάτι μέσα μου χτύπησε σύντομα, σαν μικρό μεταλλικό αντικείμενο που πέφτει και σπάει. Είχε βάλει πουκάμισο. Εκείνο ακριβώς που του είχα αγοράσει πριν από τρία χρόνια, για τη συνέντευξη σε μια μεγάλη εταιρεία πληροφορικής. Τη συνέντευξη την είχε αποτύχει πανηγυρικά, φορτώνοντας την ευθύνη σε μια υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού με «παράλογες απαιτήσεις». Το πουκάμισο, από τότε, κρεμόταν στην ντουλάπα σαν βουβή κατηγορία.

— Κάθισε, Ιωάννα Κωστοπούλου, — είπε.

Η φωνή του ήταν ξένη, προσεκτικά στημένη, σαν ηθοποιού επαρχιακής σκηνής που ξαφνικά του εμπιστεύτηκαν πρωταγωνιστικό ρόλο.

— Πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά.

Άφησα χωρίς λέξη το μπουκέτο στην άκρη του τραπεζιού. Τα τριαντάφυλλα έπεσαν άχαρα, ανακατεμένα, και μερικά πέταλα σκορπίστηκαν αμέσως πάνω στη γυαλισμένη επιφάνεια.

— Σε ακούω.

Έσπρωξε τον φάκελο προς το κέντρο του τραπεζιού. Η κίνηση είχε κάτι από ιδιοκτήτη που μοιράζει γενναιόδωρα και ταυτόχρονα καταστρέφει.

— Το αποφάσισα. Καταθέτω αίτηση διαζυγίου.

Ο κόσμος δεν ανατινάχθηκε. Δεν κατέρρευσε. Απλώς χαμήλωσε, σαν κάποιος να γύρισε το κουμπί της πραγματικότητας μέχρι το μηδέν. Ένιωσα το αίμα να φεύγει αργά από τα μάγουλά μου και το πρόσωπό μου να παγώνει σε μια μάσκα.

— Ο λόγος; — ρώτησα, και σχεδόν θαύμασα τον εαυτό μου που η φωνή μου δεν έσπασε.

Ο Γιώργος αναστέναξε βαριά και έτριψε τη ράχη της μύτης του. Ήταν η χαρακτηριστική χειρονομία του μεγάλου μάρτυρα, την οποία χρησιμοποιούσε κάθε φορά που εξηγούσε πώς ο κόσμος, για ακόμη μία φορά, δεν είχε εκτιμήσει το ταλέντο του.

— Ο λόγος είσαι εσύ, Ιωάννα. Με συνέθλιψες. Η επιτυχία σου, η μόνιμη απασχόλησή σου, τα χρήματά σου. Σταμάτησες να με σέβεσαι. Σταμάτησες να βλέπεις άντρα μπροστά σου. Μέσα σε αυτό το σπίτι είμαι ένα κενό, μια λειτουργία. Δεν αντέχω άλλο έτσι.

Τον άκουγα και τον κοιτούσα, προσπαθώντας να διακρίνω πίσω από αυτή τη νέα μάσκα του προσβεβλημένου βασιλιά κάτι οικείο. Δεν υπήρχε τίποτα. Απέναντί μου καθόταν ένας εντελώς άγνωστος άνθρωπος, που για κάποιον ανεξήγητο λόγο ζούσε στο διαμέρισμά μου, έτρωγε το φαγητό μου και κοιμόταν στο κρεβάτι μου.

— Έχω ετοιμάσει ένα προσχέδιο συμφωνίας, — συνέχισε, ανοίγοντας τον φάκελο. — Ας το κάνουμε ανθρώπινα, χωρίς υστερίες και δικηγόρους. Είσαι έξυπνη γυναίκα, καταλαβαίνεις.

Μου έτεινε ένα φύλλο χαρτί. Διάβασα βιαστικά τις πρώτες γραμμές, και μέσα μου απλώθηκε ένα κενό παγωμένο, σχεδόν μεταλλικό.

Το διαμέρισμα, που είχα αγοράσει με στεγαστικό δάνειο πριν από τρία χρόνια, όταν το επόμενο «λαμπρό» επιχειρηματικό του εγχείρημα είχε σκάσει σαν σαπουνόφουσκα, περνούσε εξ ολοκλήρου σε εκείνον. Το υπόλοιπο του δανείου, βέβαια, έμενε σε μένα, επειδή η σύμβαση ήταν στο δικό μου όνομα.

Υπήρχε ακόμη μηνιαία «αποζημίωση ηθικής βλάβης», ποσό τριπλάσιο από το ελάχιστο κόστος διαβίωσης, την οποία υποτίθεται πως όφειλα να του καταβάλλω μέχρι τη στιγμή που θα ξαναπαντρευόταν.

Ξεχωριστό άρθρο προέβλεπε οικονομική ενίσχυση προς την Παναγιώτα Μακρή, τη μητέρα του, «σε ύψος αντίστοιχο με τις τρέχουσες ανάγκες διατήρησης του συνηθισμένου τρόπου ζωής της».

Σήκωσα το βλέμμα από το χαρτί.

— Γιώργο, μιλάς σοβαρά;

Έγνεψε καταφατικά, και στα μάτια του πέρασε κάτι που έμοιαζε με έξαψη. Σαν κυνηγός που έχει στριμώξει το θήραμα και ήδη φαντάζεται τη μοιρασιά.

— Εσύ είσαι δυνατή, Ιωάννα. Πάντα ήσουν. Εμείς είμαστε απλοί άνθρωποι. Έχεις υποχρέωση να μη μας αφήσεις στον δρόμο. Τι, δεν μπορείς να στηρίξεις την αγαπημένη σου πεθερά; Σαν κόρη της σε είχε.

Η τελευταία φράση ακούστηκε τόσο παραμορφωμένη, τόσο θεατρικά γελοία, που παραλίγο να γελάσω δυνατά.

— Σαν κόρη; Την κόρη που πρέπει, όπως το θέτεις, να σας «στηρίζει» οικονομικά;

— Μην πιάνεσαι από τις λέξεις. Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ. Εγώ και η μητέρα μου έχουμε συνηθίσει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ζωής. Το να μας εγκαταλείψεις τώρα είναι απλώς ανήθικο.

Έσπρωξα αργά την καρέκλα προς τα πίσω, σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο. Στο τζάμι καθρεφτιζόταν μια γυναίκα τριάντα τεσσάρων ετών, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και άψογο χτένισμα, το οποίο είχε φτιάξει το πρωί μηχανικά, σκεπτόμενη προθεσμίες και συσκέψεις, όχι ότι το βράδυ ο άντρας της θα της πρότεινε να γίνει οικειοθελώς αγελάδα προς άρμεγμα μετά το διαζύγιο.

— Κι αν αρνηθώ;

Ο Γιώργος έκανε μια γκριμάτσα ενόχλησης.

— Τότε θα πάμε δικαστικά. Και θα είναι μακρύ, βρόμικο, κουραστικό. Ξέρεις ότι μπορώ κι εγώ να προσλάβω δικηγόρο. Έχω αποδείξεις πως με οδήγησες σε κατάθλιψη με την αδιαφορία σου. Η μητέρα μου θα το επιβεβαιώσει. Οι γείτονες επίσης θα πουν πως σχεδόν δεν πατάς σπίτι. Ο γάμος είναι συνεργασία, Ιωάννα, και εσύ τις υποχρεώσεις σου ως σύντροφος τις απέτυχες.

Γύρισα και τον κοίταξα κατά πρόσωπο. Στους κροτάφους μου χτυπούσε ένας σφυγμός επίμονος, όμως κράτησα την πλάτη μου ίσια.

— Και οι δικές σου υποχρεώσεις ως σύντροφος; — ρώτησα χαμηλόφωνα. — Τις εκπλήρωνες τα τελευταία πέντε χρόνια;

Σήκωσε τον ώμο και απέφυγε το βλέμμα μου.

— Έψαχνα τον εαυτό μου. Η δημιουργική κρίση δεν είναι αστείο. Δοκίμασε κι εσύ να ζήσεις με έναν άνθρωπο που, αντί για στήριξη, ακούει μόνο: «πότε θα βρεις δουλειά, πότε θα αρχίσεις να βγάζεις χρήματα». Δεν είμαι το πρότζεκτ σου, Ιωάννα. Είμαι ο άντρας σου.

Πήρα ένα ποτήρι από το τραπέζι και το πέταξα αργά στο πάτωμα. Ο ήχος του γυαλιού που θρυμματίστηκε έσκισε τη σιωπή. Ο Γιώργος τινάχτηκε και τραβήχτηκε πίσω.

— Τι κάνεις εκεί;

Δεν απάντησα. Βγήκα από το δωμάτιο, έκλεισα σφιχτά την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Τα αυτιά μου βούιζαν, η καρδιά μου χτυπούσε κάπου ψηλά, στον λαιμό. Κι όμως, κάτω από όλο εκείνο τον θόρυβο, κάτω από το πρώτο στρώμα του σοκ και του πόνου, άρχισε να ξυπνά ένας άλλος ήχος. Ψυχρός. Υπολογιστικός. Θυμωμένος.

Έπιασα τα μαλλιά μου σε κοτσίδα, άνοιξα το λάπτοπ και μπήκα στον κοινό μας αποθηκευτικό χώρο στο cloud. Εκεί, μέσα στον φάκελο «Οικογένεια», ο Γιώργος φύλαγε σαρώσεις από τα «ιδιοφυή» επιχειρηματικά του σχέδια και φωτογραφίες από ευτυχισμένες στιγμές. Εγώ κρατούσα άλλα πράγματα: οικονομικές αναφορές, κινήσεις λογαριασμών, συμβάσεις δανείων. Δημιούργησα έναν νέο φάκελο, τον κλείδωσα με κωδικό και άρχισα μεθοδικά να αντιγράφω μέσα του κάθε αρχείο, χωρίς να αφήσω ούτε ένα.

Από την άλλη πλευρά του τοίχου ακουγόταν ο Γιώργος να μιλά στο τηλέφωνο. Η φωνή του ήταν ζωηρή, σχεδόν χαρούμενη. Κόλλησα το αυτί μου στον κρύο τοίχο και ξεχώρισα ένα κομμάτι φράσης:

— Μην ανησυχείς, μαμά, θα τη στρώσουμε εμείς. Θα την πιέσω μέχρι να υποχωρήσει. Όποιος βγάζει τα λεφτά σε αυτό το σπίτι, ας πληρώνει κιόλας. Εγώ τα δικαιούμαι.

Έκλεισα τα μάτια και πήρα βαθιά ανάσα. Άρα «μαμά». Άρα το είχαν συζητήσει μαζί. Άρα ο γάμος μου είχε μετατραπεί σε οικογενειακή επιχείρηση αφαίρεσης περιουσίας, κι εγώ το μάθαινα τελευταία.

Εντάξει, Γιώργο. Εντάξει, Παναγιώτα Μακρή. Κηρύξατε πόλεμο. Απλώς δεν ξέρετε με ποια μπλέξατε.

Το πρωί ξύπνησα με κεφάλι βαρύ σαν μαντέμι, αλλά με απόλυτα καθαρή εικόνα για το πρώτο βήμα. Χρειαζόμουν δικηγόρο. Όχι έναν απλό νομικό σύμβουλο, αλλά καρχαρία· κάποιον που θα κομμάτιαζε κάθε επιχείρημα και δεν θα σιχαινόταν τις βρόμικες μεθόδους, αν τα πράγματα έφταναν εκεί. Η Χριστίνα Γιαννοπούλου, φίλη μου από το πανεπιστήμιο, ανήκε ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Είχαμε να συναντηθούμε σχεδόν δύο χρόνια, όμως η σχέση μας δεν ήταν από εκείνες που χρειάζονται καθημερινό πότισμα. Στεκόταν πάνω σε κάτι πολύ πιο σταθερό από τις μικρές κουβέντες της καθημερινότητας.

Της έστειλα ένα σύντομο μήνυμα: «Χρειάζομαι συμβουλή. Ο άντρας μου αποφάσισε ότι το διαζύγιο είναι ευκαιρία να με μετατρέψει σε ισόβια σκλάβα. Θα είμαι στο γραφείο σου σήμερα στις έξι».

Η απάντηση ήρθε μέσα σε ένα λεπτό: «Έλα. Φέρε όλα τα χαρτιά. Και κονιάκ».

Το γραφείο της Χριστίνας βρισκόταν σε έναν ψηλό πύργο με πανοραμική θέα στην πόλη. Όταν μπήκα, εκείνη μόλις τελείωνε ένα τηλεφώνημα, μασώντας με μανία μια καραμέλα.

— Ιωάννα μου, — είπε αφήνοντας την ανάσα της βαριά, σηκώθηκε από την καρέκλα και με αγκάλιασε τόσο δυνατά που ένιωσα τα πλευρά μου να διαμαρτύρονται, ενώ το βλέμμα της σκοτείνιασε μόλις με είδε.

Ψίθυροι Ζωής