«Ειρήνη Παναγιωτίδη, υπέγραψε τώρα» είπε η Στυλιανή, προσφέροντας ένα χαρτί που παραχωρεί το διαμέρισμά της στον Γιώργο πριν την τελετή

Απάνθρωπη αδικία έσκισε την ευτυχία της στιγμής.
Ιστορίες

και έπινε το τσάι της από ένα ποτήρι χωμένο σε μεταλλική θήκη.

— Λοιπόν; ρώτησε, χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα της.

— Δεν έγινε γάμος.

— Το κατάλαβα. Οι νύφες που έχουν παντρευτεί περπατούν αλλιώς. Εσύ περπατάς σαν άνθρωπος που πρόλαβε να βγάλει τη ραπτομηχανή από φλεγόμενη αποθήκη.

Ακούμπησα την τσάντα πάνω στο τραπέζι.

— Μπορώ να το ξεχωρίσω εδώ;

— Όχι απλώς μπορείς. Πρέπει.

Η Αρτέμις Μιχαλοπούλου σηκώθηκε, ήρθε κοντά και πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από το ύφασμα.

— Καλοδουλεμένο πράγμα.

— Ήταν.

— Η δουλειά παραμένει καλή. Δεν έκανε λάθος η ραφή, Ειρήνη Παναγιωτίδη. Λάθος έκανε ο άνθρωπος που πίστεψε πως, μόλις φορέσεις ένα φόρεμα, γίνεσαι κιόλας ιδιοκτησία του.

Καθίσαμε πλάι πλάι. Εκείνη άνοιγε προσεκτικά την πλαϊνή ραφή, εγώ ξήλωνα τα κουμπιά ένα ένα. Δεν ειπώθηκε τίποτα μεγαλόστομο. Μόνο ο χαμηλός ήχος της κλωστής που κοβόταν και η βροχή που χτυπούσε το μεταλλικό στέγαστρο έξω.

Η μητέρα μου τηλεφώνησε την ώρα που τύλιγα τη δαντέλα σε έναν ίσιο, τακτικό κύλινδρο.

— Πώς είσαι;

— Ζωντανή. Θυμωμένη. Αλλά εντάξει.

— Ήρθε;

— Ήρθε. Δεν μπήκε μέσα.

— Καλύτερα έτσι.

— Μαμά… ντρέπεσαι για μένα;

Η φωνή της σκλήρυνε σχεδόν από αγανάκτηση.

— Ντρέπομαι που δεν σε ρώτησα νωρίτερα αν είσαι ευτυχισμένη. Για τίποτε άλλο.

Όταν γύρισα στο σπίτι, ψιχάλιζε πια. Στην είσοδο της πολυκατοικίας στεκόταν η Στυλιανή Καραγιάννης. Χωρίς ομπρέλα. Μερικές τούφες είχαν ξεφύγει από το χτένισμά της και το πρόσωπό της έμοιαζε θαμπό, σχεδόν γκρίζο.

— Ειρήνη Παναγιωτίδη, είπε. Πρέπει να μιλήσουμε.

— Δεν έχουμε τίποτα να πούμε.

— Είσαι νέα, παρορμητική. Δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις. Ο Γιώργος Καρακόστας υποφέρει.

— Ας αρχίσει να το συνηθίζει.

Τα χείλη της έγιναν μια λεπτή γραμμή.

— Το διαμέρισμα δεν θα σε κάνει ευτυχισμένη.

— Ίσως. Τουλάχιστον, όμως, δεν θα μου ζητήσει να πουλήσω τον εαυτό μου για να βολευτεί κάποιος άλλος.

— Είσαι σκληρή.

— Όχι. Απλώς πρώτη φορά ακούσατε «όχι» και το περάσατε για σκληρότητα.

Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.

— Ο Γιώργος είναι καλός άνθρωπος.

— Τότε ας μάθει να είναι καλός χωρίς το διαμέρισμά μου.

Η Στυλιανή Καραγιάννης γύρισε το πρόσωπό της αλλού. Νομίζω πως ήθελε να πει κάτι κοφτερό, κάτι από εκείνα τα συνηθισμένα της, που πλήγωναν με ευκολία. Όμως η αυλή ήταν άδεια, δεν υπήρχε κανείς να παρακολουθεί, κι έτσι οι λέξεις έχασαν τη μισή τους δύναμη πριν καν ειπωθούν.

— Σε αγαπούσε, είπε τελικά.

— Η αγάπη δεν εμφανίζεται λίγο πριν από την τελετή κρατώντας χαρτιά για υπογραφή.

Την προσπέρασα και μπήκα στην πολυκατοικία.

Δεν ξανάρθαν. Τηλεφώνησαν μερικές φορές ακόμη και ύστερα σώπασαν. Με το εστιατόριο και τους καλεσμένους τα τακτοποίησαν χωρίς εμένα. Ο Γιώργος Καρακόστας πήρε τις κούτες του από το μπαλκόνι μέσω ενός γείτονα, χωρίς καν να ανέβει ως την πόρτα μου. Παρέδωσε και τα κλειδιά, που έτσι κι αλλιώς δεν άνοιγαν πια τίποτα.

Πίστευα πως θα πονούσε περισσότερο. Ο πόνος όμως έμοιαζε με τρύπημα καρφίτσας: απότομος, προσβλητικός, αλλά τουλάχιστον ήξερες αμέσως από πού να την τραβήξεις.

Σιγά σιγά, το σπίτι έπαψε να θυμάται τον Γιώργο. Εξαφανίστηκε η κούπα του με τη φράση «ο αρχηγός του σπιτιού». Πέταξα τις παντόφλες που είχε αγοράσει μόνος του και είχε αφήσει δίπλα στην πόρτα, σαν προαναγγελία της μελλοντικής του εγκατάστασης. Κατέβασα από τον τοίχο το ημερολόγιο όπου είχε κυκλώσει την ημερομηνία του γάμου με κόκκινο μαρκαδόρο. Στη θέση του κρέμασα μια ξύλινη μπομπίνα από παλιές κλωστές, που είχα βρει στο ατελιέ. Ήταν μεγάλη, σκούρα από τον χρόνο, με ένα μικρό σπάσιμο στο πλάι. Για κάποιον λόγο ταίριαξε στον τοίχο μου πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε ημερολόγιο.

Το νυφικό δεν το πέταξα. Από το βαρύ σατέν έραψα κάλυμμα για τη ραπτομηχανή. Τη δαντέλα την έκανα κουρτινάκι για το μικρό παράθυρο στη γωνιά όπου δούλευα. Τα κουμπιά τα μάζεψα σε ένα γυάλινο βάζο. Η ουρά έμεινε για καιρό ξεχωριστά, ώσπου μια μέρα κατάλαβα τι ήθελα να την κάνω.

Σε μια μέρα χωρίς παραγγελίες, έσυρα κοντά στο παράθυρο μια στενή ξύλινη καρέκλα. Ήταν η ίδια όπου κάποτε καθόταν ο Γιώργος, χαζεύοντας το κινητό του, και έλεγε:

— Ειρήνη, ποιος χρειάζεται όλες αυτές τις μεταποιήσεις; Καλύτερα να έβρισκες μια κανονική δουλειά.

Η καρέκλα ήταν γερή. Μόνο το κάθισμα είχε φθαρεί. Το έντυσα με το ύφασμα από την ουρά του νυφικού. Το λευκό σατέν τεντώθηκε ίσια, καθαρά, χωρίς τσακίσεις. Στην άκρη πέρασα μια λεπτή ραφή. Ούτε τριαντάφυλλα, ούτε φιόγκοι, ούτε δαντελένια στολίδια. Μόνο μια φωτεινή, καθαρή επιφάνεια.

Όταν τελείωσα, την τοποθέτησα δίπλα στη ραπτομηχανή. Κάθισα, πάτησα το πετάλι και άκουσα τον μηχανισμό να δουλεύει ομαλά. Η μηχανή άρχισε να γαζώνει με σιγουριά, σαν να περίμενε κι εκείνη να βγει από το σπίτι ο περιττός θόρυβος.

Πάνω στο τραπέζι με περίμενε μια καινούρια παραγγελία: ένα απλό μπλε φόρεμα για μια γυναίκα που, στην πρόβα, μου είχε πει:

— Θέλω κάτι που να μπορώ να το φορέσω και να είμαι ο εαυτός μου.

Χαμογέλασα. Αυτό, ναι. Αυτό ήταν αίτημα που καταλάβαινα.

Έξω, μετά τη βροχή, οι στέγες άρχισαν να φωτίζονται. Κάπου στο γρασίδι κοντά στο εστιατόριο, μάλλον θα βρισκόταν ακόμη το δαχτυλίδι μου. Ίσως να το είχε μαζέψει κάποιος καθαριστής. Ίσως να είχε κυλήσει κάτω από έναν θάμνο. Δεν με ένοιαζε. Εκείνο το δαχτυλίδι ανήκε σε μια υπόσχεση που δεν υπήρξε ποτέ. Η καρέκλα δίπλα στο παράθυρο, όμως, μιλούσε για μια θέση που είχα κρατήσει για μένα.

Κατέβασα το ποδαράκι της μηχανής πάνω στο ύφασμα και οδήγησα την πρώτη ραφή.

Από τότε, δεν ξαναστρίμωξα τον εαυτό μου σε ξένο πατρόν.

Ψίθυροι Ζωής