«Ειρήνη Παναγιωτίδη, υπέγραψε τώρα» είπε η Στυλιανή, προσφέροντας ένα χαρτί που παραχωρεί το διαμέρισμά της στον Γιώργο πριν την τελετή

Απάνθρωπη αδικία έσκισε την ευτυχία της στιγμής.
Ιστορίες

Έκανε μια ανεπαίσθητη κίνηση, λες και άφησε κι εκείνο έναν αναστεναγμό.

Στην είσοδο του εστιατορίου οι καλεσμένοι είχαν αναστατωθεί. Άλλοι διαμαρτύρονταν, άλλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, κάποιοι προσπαθούσαν να βρουν ταξί. Η Στυλιανή Καραγιάννης, με φωνή αρκετά δυνατή ώστε να την ακούσουν όλοι, έλεγε:

— Το κορίτσι τα έχασε από τα νεύρα του. Θα τα κανονίσουμε όλα.

Η μητέρα μου της απάντησε τόσο ήρεμα, που η φράση της έφτασε καθαρή στ’ αυτιά μου ακόμη και πίσω από την πόρτα:

— Το κορίτσι έχει σπίτι δικό του. Και μυαλό μέσα στο κεφάλι του. Ο γιος σας είναι εκείνος που έχει πρόβλημα με τον σεβασμό.

Βγήκα από την πίσω πόρτα, την υπηρεσιακή. Η βροχή είχε σχεδόν σταματήσει. Στον αέρα έμενε η μυρωδιά της βρεγμένης ασφάλτου και της φλαμουριάς. Η Αγγελική Σπυροπούλου επέμενε να έρθει μαζί μου, όμως εγώ την παρακάλεσα:

— Όχι. Θέλω να γυρίσω μόνη.

— Είσαι σίγουρη πως θα τα καταφέρεις;

— Τα κατάφερα ήδη.

Βρήκα ταξί λίγο πιο κάτω, στην αυλή της διπλανής πολυκατοικίας. Ο οδηγός με κοίταξε από τον καθρέφτη: λινό φόρεμα, νυφικό χτένισμα, μια αγκαλιά λευκές παιώνιες ακουμπισμένες στα γόνατά μου.

— Δεν πήγε καλά η γιορτή; — ρώτησε προσεκτικά.

— Ίσα ίσα. Τελείωσε την κατάλληλη στιγμή.

Δεν είπε τίποτε άλλο.

Μόλις έφτασα σπίτι, πήρα πρώτα από τη θυρωρό το εφεδρικό κλειδί που της είχα αφήσει για ώρα ανάγκης και ανέβηκα στο διαμέρισμά μου. Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα. Μέσα όλα ήταν όπως τα αγαπούσα: η μεζούρα αφημένη στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, ένα σακάκι μισοτελειωμένο κρεμασμένο στην πλάτη της καρέκλας, μια γλάστρα με βασιλικό στο περβάζι. Η ζωή μου. Μικρή, σε κάποια σημεία στριμωγμένη, μα δική μου. Όχι ξένη.

Έβγαλα από την κλειδαριά τον παλιό κύλινδρο και τον κράτησα στην παλάμη μου. Ο γείτονας του τρίτου μού είχε δείξει κάποτε πώς αλλάζει, όταν το κλειδί μου κόλλαγε κάθε τόσο. Τότε είχα γελάσει.

— Εγώ είμαι για να ράβω φορέματα, όχι για να παλεύω με κλειδαριές.

Κι εκείνος μου είχε απαντήσει:

— Μια γυναίκα στο σπίτι της καλό είναι να ξέρει και τα δύο.

Η καινούρια κλειδαριά βρισκόταν στο συρτάρι της συρταριέρας. Την είχα αγοράσει μετά από εκείνο το πρωινό που ο Γιώργος Καρακόστας είχε εμφανιστεί χωρίς προειδοποίηση, είχε ανοίξει με τα δικά του κλειδιά και είχε πει χαμογελώντας:

— Έκπληξη.

Τότε δεν είχα μιλήσει. Είχα μόνο κρύψει το κουτί κάτω από τα εσώρουχα. Φαίνεται πως το μυαλό μου τα είχε καταλάβει όλα νωρίτερα· η καρδιά μου απλώς καθυστερούσε να το παραδεχτεί.

Μου πήρε ώρα να αλλάξω την κλειδαριά. Στον ίδιο χρόνο θα είχα προλάβει να στενέψω ένα φόρεμα πάνω σε σώμα, όμως με το μέταλλο ένιωθα σαν πρωτάρα. Το κατσαβίδι γλιστρούσε, η βίδα έπεφτε, τα δάχτυλά μου πονούσαν. Όταν όμως το καινούριο κλειδί γύρισε επιτέλους στον καινούριο κύλινδρο, χαμογέλασα για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα.

Το τηλέφωνο δεν σταματούσε να χτυπά. Ο Γιώργος Καρακόστας. Η Στυλιανή Καραγιάννης. Άγνωστοι αριθμοί. Ύστερα άρχισαν τα μηνύματα.

«Μη γίνεσαι ρεζίλι, γύρνα πίσω».

«Οι καλεσμένοι ρωτάνε τι να τους πούμε».

«Έρχομαι. Άνοιξέ μου».

«Οφείλεις να δώσεις εξηγήσεις».

Έβαλα το κινητό στο αθόρυβο.

Δεν είχα πια σε ποιον να εξηγήσω τίποτα.

Ο Γιώργος Καρακόστας εμφανίστηκε όταν η βρεγμένη αυλή έξω από το παράθυρο άρχιζε να σκοτεινιάζει. Πρώτα χτύπησε το θυροτηλέφωνο. Μετά την πόρτα. Ύστερα μίλησε από το διάδρομο.

— Ειρήνη Παναγιωτίδη, άνοιξε. Είμαστε ενήλικες. Πρέπει να το λύσουμε.

Καθόμουν στο πάτωμα, δίπλα στη ραπτομηχανή, και ξήλωνα την άκρη του νυφικού. Όχι επειδή δεν τον άκουγα. Επειδή, για πρώτη φορά μέσα στη μέρα, τα χέρια μου έκαναν κάτι που καταλάβαιναν.

— Ξέρω ότι είσαι μέσα, — είπε. — Μην παίζεις θέατρο.

Συνέχισα να κόβω τη ραφή με το μικρό ψαλιδάκι, προσεκτικά, για να μη χαλάσω το ύφασμα.

— Τα κλειδιά μου δεν μπαίνουν, — η φωνή του άλλαξε. — Άλλαξες κλειδαριά;

Δεν απάντησα.

— Ειρήνη Παναγιωτίδη, αυτό δεν έχει πλάκα πια.

Το ψαλίδι έκανε ένα ξερό κλικ. Η κλωστή λύθηκε.

— Άνοιξε τουλάχιστον να μιλήσουμε!

Πήγα μέχρι την πόρτα, αλλά δεν έβγαλα την αλυσίδα.

— Μίλα.

— Καταλαβαίνεις τι έκανες; Ήρθαν άνθρωποι, η μάνα μου παραλίγο να σωριαστεί. Με γελοιοποίησες.

— Τα κατάφερες μια χαρά και μόνος σου.

— Για ένα χαρτί; Για ένα διαμέρισμα;

— Δεν είναι το διαμέρισμα, Γιώργο Καρακώστα. Είναι ότι είχες ήδη αποφασίσει πόσο κοστίζει η ζωή μου.

Πίσω από την πόρτα πήρε μια βαριά ανάσα.

— Εγώ οικογένεια ήθελα.

— Όχι. Ήθελες μια βολική ανταλλαγή: το σπίτι μου για τη δική σου ησυχία.

— Τα διαστρεβλώνεις όλα.

— Φύγε.

— Δεν φεύγω μέχρι να συνεννοηθούμε.

— Τότε θα καλέσω την αστυνομία.

Σώπασε. Έπειτα χτύπησε την παλάμη του στην πόρτα. Όχι πολύ δυνατά, αρκετά όμως για να τρέμει ο καθρέφτης στο χολ.

— Θα το μετανιώσεις.

— Όχι πια.

Τα βήματά του δεν απομακρύνθηκαν αμέσως. Έμεινε για λίγο εκεί, σαν να περίμενε να φοβηθώ η ίδια την απόφασή μου. Ύστερα το ασανσέρ έκλεισε με θόρυβο και το διαμέρισμα βυθίστηκε στην ησυχία.

Γύρισα στο φόρεμα. Έκοψα τη μακριά ουρά. Μετά αφαίρεσα τη δαντέλα από τα μανίκια και την δίπλωσα χωριστά. Το λευκό ύφασμα απλώθηκε πάνω στο τραπέζι υπάκουο, καθαρό. Από αυτό μπορούσε να γίνει οτιδήποτε: ένα γιορτινό φορεματάκι για παιδί, φόδρα για σακάκι, κάλυμμα για την κούκλα ραπτικής. Δεν φταίει κάθε ύφασμα επειδή κάποιος θέλησε να το χρησιμοποιήσει για λάθος σκοπό.

Όταν άναψε το πρώτο φως στο ατελιέ, στεκόμουν ήδη μπροστά στο τραπέζι κοπής, κρατώντας την τσάντα στα χέρια. Η Αρτέμις Μιχαλοπούλου καθόταν δίπλα στο παράθυρο.

Ψίθυροι Ζωής