«Πού είναι τα λεφτά, Μαρία;» φώναξε ο Ανδρέας, κατακόκκινος, ενώ η μητέρα του στεκόταν σαν έδρα ενόρκων

Απαράδεκτη κατηγορία, αβάσιμη και βαθιά πληγωτική.
Ιστορίες

Το έκανα επίτηδες βασανιστικά αργά. Για να μη μου γυρίσει το μάτι και κάνω κάτι για το οποίο αργότερα θα ντρεπόμουν.

— Δήμητρα Αποστόλου. Ανδρέα. Μισό λεπτό, σας παρακαλώ. Να καταλάβω κι εγώ τι ακριβώς συμβαίνει. Ο Ανδρέας μετέφερε από τον κοινό λογαριασμό τρεις χιλιάδες ευρώ σε εσάς, κυρία Δήμητρα. Στην κάρτα σας. Πριν από τρεις εβδομάδες. Το είδα στην κίνηση του λογαριασμού. Και τώρα κάθεστε κι οι δυο σας και μου λέτε ότι τα έκλεψα εγώ;

— Ποια μεταφορά;! — πετάχτηκε η Δήμητρα Αποστόλου. — Δεν έγινε καμία μεταφορά! Ανδρέα, πες της!

— Δεν έγινε τίποτα, — επιβεβαίωσε εκείνος. — Μαμά, μην της δίνεις σημασία. Τα έχει μπερδέψει.

Τους κοίταξα. Εκείνον. Εκείνη. Τη ροζ μπλούζα της. Το κατεβασμένο εσώρουχο του Ανδρέα, με το γελοίο τύπωμα «I love beer».

Και τότε μου ήρθε καθαρά, σαν χαστούκι: πήγαιναν να με ρίξουν. Όχι απλώς να με κλέψουν. Να με κλέψουν και να με βγάλουν κι από πάνω κλέφτρα, ώστε να τους πληρώσω και επιπλέον.

Το σχέδιο, προφανώς, ήταν κάπως έτσι: «Η Μαρία Λεοντιάδη είναι ευγενική, δεν αντέχει τις φασαρίες, θα τρομάξει με την κατηγορία και θα δώσει και τις υπόλοιπες δύο χιλιάδες, μόνο και μόνο για να κουκουλωθεί το θέμα. Οι τρεις χιλιάδες είναι ήδη στην κάρτα της μαμάς. Σύνολο πέντε χιλιάδες στο οικογενειακό ταμείο. Ο γάμος ακυρώνεται. Η Μαρία ας κόψει τον λαιμό της».

Τι απλό. Τι κομψό. Σχεδόν καλλιτεχνικό.

Τότε έβγαλα το κινητό μου.

— Ανδρέα. Θυμάσαι την κάμερα στην είσοδο; Εκείνη που έβαλα τον Σεπτέμβριο;

Πάγωσε.

— Ποια κάμερα;

— Τη μικρή. Τη μαύρη. Που γράφει στο cloud. Πάνω στο ραφάκι με τα κλειδιά. Ανάμεσα στα γάντια και τους σκούφους. Σου την είχα δείξει. Σου είχα πει κιόλας: «Αν μπει κανένας άγνωστος, θα τον δούμε».

Το πρόσωπό του άδειασε από χρώμα.

— Λοιπόν. Άγνωστος δεν μπήκε. Μπήκες όμως εσύ. Μαζί με τη μητέρα σου. Στις είκοσι Νοεμβρίου. Μεσημέρι. Εγώ εκείνη την ώρα ήμουν στη δουλειά. Και ξέρεις τι κάνατε;

Πάτησα αναπαραγωγή.

Στην οθόνη φάνηκε το χολ μας. Ο Ανδρέας και η Δήμητρα Αποστόλου. Έβγαζαν τα παλτά τους. Προχωρούσαν προς την κουζίνα.

Και μετά ακούστηκε ο ήχος. Το μικρόφωνο είχε πιάσει τα πάντα.

Ο Ανδρέας: «Μαμά, σου έστειλα τις τρεις χιλιάδες στη δική σου κάρτα. Μην τις πειράξεις ακόμα, εντάξει; Σε έναν μήνα θα τις ξαναβάλω πίσω, τάχα ότι η Μαρία δεν το κατάλαβε, ή θα πω πως έκανα λάθος».

Η Δήμητρα Αποστόλου: «Κι αν το προσέξει, Ανδρέα μου;»

Ο Ανδρέας: «Αν το δει, θα της πω ότι τα ξόδεψε μόνη της και το ξέχασε. Ή θα την κατηγορήσω κατευθείαν ότι τα έκλεψε. Η Μαρία είναι σαν πανί, μαμά. Θα φοβηθεί. Θα δώσει κι άλλα, αρκεί να μη φύγω. Με έχει εικόνισμα».

Η Δήμητρα Αποστόλου, γελώντας: «Ανδρέα, είσαι μεγάλος ηθοποιός. Και τα λεφτά για εκείνο το διαμέρισμα στα προάστια της Αθήνας, όπως είπαμε;»

Ο Ανδρέας: «Ναι, μαμά. Για την προκαταβολή. Θα το γράψουμε στο όνομά σου. Η Μαρία δεν θα μάθει τίποτα».

Η εγγραφή σταμάτησε.

Στην κουζίνα απλώθηκε τέτοια σιωπή, που θα ορκιζόμουν πως ακουγόταν το λαμπάκι του ψυγείου όταν αναβόσβηνε.

Η Δήμητρα Αποστόλου πήρε το χρώμα της μπλούζας της. Ο Ανδρέας έγινε άσπρος σαν ασβέστης.

— Αυτό… αυτό είναι μοντάζ! — κατάφερε να ψελλίσει.

— Ανδρέα, — χαμογέλασα. — Ποιο μοντάζ; Είναι αρχείο από κάμερα ασφαλείας. Με μεταδεδομένα. Ημερομηνία, ώρα, διεύθυνση IP του cloud. Οποιαδήποτε πραγματογνωμοσύνη θα το επιβεβαιώσει. Και, μιας και το αναφέρουμε, δουλεύω στο μάρκετινγκ. Έχω γνωστή δικηγόρο που τέτοιες υποθέσεις τις τρώει για πρωινό.

— Μαρία, να το συζητήσουμε! — έκανε εκείνος να ορμήσει προς το μέρος μου.

Δεν κουνήθηκα ούτε εκατοστό.

— Στοπ. Κάθεσαι στην καρέκλα. Και οι δύο κάθεστε. Από εδώ και πέρα μιλάει μόνο ένας άνθρωπος. Εγώ.

Κάθισαν. Και μάλιστα, προς μεγάλη μου έκπληξη, με αξιοσημείωτη πειθαρχία.

— Ανδρέα. Κυρία Δήμητρα. Έχετε δύο επιλογές. Η πρώτη: επιστρέφετε τις τρεις χιλιάδες ευρώ στον λογαριασμό του γάμου. Σήμερα. Μέχρι τα μεσάνυχτα. Ο Ανδρέας μαζεύει τα πράγματά του και φεύγει από το διαμέρισμά μου μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Ο γάμος ακυρώνεται κοινή συναινέσει, ενημερώνουμε το εστιατόριο και τους επαγγελματίες, και την προκαταβολή τη μοιραζόμαστε στη μέση, σύμφωνα με τις αποδείξεις. Δεν λέω τίποτα σε κανέναν.

Ψίθυροι Ζωής