«Πού είναι τα λεφτά, Μαρία;» φώναξε ο Ανδρέας, κατακόκκινος, ενώ η μητέρα του στεκόταν σαν έδρα ενόρκων

Απαράδεκτη κατηγορία, αβάσιμη και βαθιά πληγωτική.
Ιστορίες

Ο λογαριασμός, με όλα αυτά μαζί, έβγαινε γύρω στις δέκα χιλιάδες ευρώ. Και μιλάμε για το απολύτως κατώτατο ποσό.

Ο Ανδρέας Λεοντιάδης το ανακοίνωσε με ύφος ανθρώπου που είχε μόλις οργανώσει υπουργικό συμβούλιο:

— Μαρία, να το κάνουμε καθαρά. Εγώ θα βάλω το δικό μου μερίδιο, πέντε χιλιάδες ευρώ, σε ξεχωριστό λογαριασμό. Εσύ το δικό σου. Και από εκεί θα πληρώνουμε τα πάντα. Για να είναι όλα διάφανα.

Χάρηκα. Πραγματικά χάρηκα. Άνοιξα λοιπόν έναν καινούριο λογαριασμό μόνο για τον γάμο και κατέθεσα τρεις χιλιάδες ευρώ από τις οικονομίες μου. Όλες μου τις οικονομίες. Τρία χρόνια τις μάζευα, ευρώ ευρώ, για το ταξίδι του μέλιτος. Οι γονείς μου πρόσθεσαν άλλες δύο χιλιάδες. Ο πατέρας μου έβγαλε στην επιφάνεια ένα ποσό που κρατούσε κρυφό για ώρα ανάγκης, η μητέρα μου πούλησε τα χρυσά σκουλαρίκια της γιαγιάς. «Παιδί μου, για τον γάμο σου είναι, δεν τα λυπηθήκαμε», μου είπαν.

Ο Ανδρέας κατέθεσε… τίποτα.

— Μαρία, μου έτυχε τώρα ένα ζόρικο πρότζεκτ και καθυστερεί και το μπόνους. Μέχρι τον Νοέμβριο θα τα έχω βάλει όλα, στο υπόσχομαι.

Έγνεψα. Και τον πίστεψα.

Τον Σεπτέμβριο, παρεμπιπτόντως, λίγο έλειψε να μας ξαφρίσει η γειτόνισσα από την πολυκατοικία, μια γυναίκα μπλεγμένη με ουσίες. Είχε μπει στο διαμέρισμα της Άννας Ευαγγέλου στον τρίτο όροφο και είχε πάρει μια γούνα και ένα λάπτοπ. Τρόμαξα. Σκέφτηκα πως στον λογαριασμό μας υπήρχαν ήδη πέντε χιλιάδες ευρώ, στο σπίτι κρατούσαμε πού και πού και μετρητά, και ο μισθός μου έμπαινε στην κάρτα. Αγόρασα λοιπόν μια μικρή κάμερα για το χολ. Με μικρόφωνο, με αποθήκευση στο σύννεφο, συνδεδεμένη στο κινητό μου. Στον Ανδρέα το ανέφερα, ναι, αλλά στα πεταχτά. Κούνησε το κεφάλι του και το ξέχασε.

Κι εγώ σχεδόν το ξέχασα. Η κάμερα δούλευε μόνη της, το φωτάκι της αναβόσβηνε, κι αυτό ήταν όλο.

Τον Νοέμβριο πήρα το ετήσιο μπόνους μου. Χίλια διακόσια ευρώ. Καθόλου άσχημα. Τα μετέφερα αμέσως στον γαμήλιο λογαριασμό.

Τον Δεκέμβριο πήγα για τρεις μέρες στους γονείς μου. Ο πατέρας μου είχε προγραμματισμένη επέμβαση στο γόνατο. Δεν ήταν κάτι επικίνδυνο, αλλά ήθελα να είμαι κοντά του.

Ο Ανδρέας έμεινε στο διαμέρισμα.

Όταν γύρισα, είδα ότι από τον λογαριασμό του γάμου έλειπαν τρεις χιλιάδες ευρώ.

Στην αρχή είπα, κάποιο λάθος θα είναι της τράπεζας. Άνοιξα την κίνηση λογαριασμού. Δεν ήταν λάθος. Ήταν μεταφορά. Τρεις χιλιάδες ευρώ. Παραλήπτρια: Δήμητρα Αποστόλου.

Η μητέρα του Ανδρέα. Στην κάρτα της. Από τον κοινό μας λογαριασμό.

Κάθισα στο τραπέζι της κουζίνας και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Δηλαδή ανέπνεα, αλλά στραβά. Η εισπνοή γινόταν. Στην εκπνοή, όμως, ήταν σαν να μου είχε κάτσει κάποιος πάνω στο στήθος.

Πήγα στον Ανδρέα. Ήρεμα. Χωρίς φωνές.

— Ανδρέα. Τρεις χιλιάδες ευρώ από τον κοινό λογαριασμό. Στη μητέρα σου. Τι ακριβώς είναι αυτό;

Σήκωσε τα μάτια από το κινητό του.

— Α, αυτό. Η μαμά χρειάστηκε χρήματα για θεραπεία. Έχει πρόβλημα με τη μέση της. Τα πήρα δανεικά, σε έναν μήνα θα τα επιστρέψω.

— Ανδρέα. Από τον ΔΙΚΟ ΜΑΣ λογαριασμό. Αυτόν που προορίζεται για τον γάμο. Έστειλες τρεις χιλιάδες ευρώ στη μητέρα σου, χωρίς να με ρωτήσεις, για «θεραπεία». Το καταλαβαίνω σωστά;

— Μαρία, είναι η μάνα μου. Δηλαδή δεν έχω δικαίωμα;

— Όχι, δεν έχεις. Αυτά είναι κοινά χρήματα για τον γάμο. Κοινά σημαίνει και κοινές αποφάσεις. Πρώτον αυτό. Δεύτερον, εκεί μέσα, για την ακρίβεια, δεν υπήρχαν δικά σου χρήματα. Ούτε ένα ευρώ. Ήταν οι δικές μου τρεις χιλιάδες και οι δύο χιλιάδες των γονιών μου. Εσύ δεν έχεις βάλει ακόμη ούτε λεπτό.

Ο Ανδρέας έκανε μια γκριμάτσα δυσφορίας.

— Μαρία, μην αρχίζεις τώρα. Θα τα βάλω. Σου είπα. Περιμένω το μπόνους του Δεκεμβρίου. Μέχρι την Πρωτοχρονιά θα έχουν επιστραφεί όλα.

Μέχρι την Πρωτοχρονιά δεν επέστρεψε τίποτα. Ούτε μέχρι τις πέντε Δεκεμβρίου, φυσικά.

Και στις οκτώ Δεκεμβρίου γύρισα από τη δουλειά στο σπίτι και βρέθηκα μπροστά σε παράσταση.

Το σκηνικό γνωστό. Κουζίνα. Ο Ανδρέας με το εσώρουχο. Η μητέρα του με ροζ μπλούζα.

— Είσαι κλέφτρα! Τρεις χιλιάδες ευρώ! Πού είναι τα λεφτά, Μαρία;

Ανοιγόκλεισα τα μάτια. Μία φορά. Μετά δεύτερη.

— Ανδρέα. Εξήγησέ μου. Ποιες τρεις χιλιάδες ψάχνεις από μένα;

— Μην παριστάνεις την ανήξερη! Πήγα στην τράπεζα. Από τον λογαριασμό λείπουν τρεις χιλιάδες! ΤΡΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ! Και το επιβεβαιώνει και η μητέρα μου!

Η Δήμητρα Αποστόλου έγνεψε με επισημότητα, σαν μάρτυρας σε δικαστήριο.

— Μαράκι μου, — είπε με μια φωνή γλυκιά μέχρι αηδίας, — εγώ κι ο Ανδρέας αποφασίσαμε ότι είναι νωρίς για γάμο. Πρώτα να επιστρέψει ο Ανδρέας τα χρήματά του, που εσύ… ας το πούμε ευγενικά… δανείστηκες. Κι ύστερα βλέπουμε.

Μισό.

Μισό λεπτό.

Μισό, μισό, μισό.

Άφησα αργά πάνω στο τραπέζι το μαχαίρι με το οποίο καθάριζα τα μανταρίνια.

Ψίθυροι Ζωής