“Πρέπει να βράσεις σούπα για όλη την εβδομάδα!” απαίτησε η πεθερά, αφήνοντας την Ελένη εξαντλημένη

Αδικαιολόγητα σκληρό, το όνειρο έγινε ξένη φυλακή.
Ιστορίες

Την υπόλοιπη μέρα τριγυρνούσαν στην αυλή σαν άυλες φιγούρες, χωρίς σκοπό και χωρίς κουράγιο. Ο Λεωνίδας Ρήγας έκανε μια απόπειρα να πεταχτεί ως το μπακάλικο του χωριού, μα στάθηκε άτυχος: το είχαν κλείσει για απογραφή.

Προς το σούρουπο, την ώρα που εγώ έτριβα με εκκωφαντικό τρίξιμο τη σκληρή κολοκύθα στον χοντρό τρίφτη, η πεθερά μου μπήκε σχεδόν ορμητικά στην κουζίνα. Είχε ήδη φορέσει τα καλά της, σαν να ετοιμαζόταν για επιστροφή στην πόλη, και κρατούσε σφιχτά μια άδεια τσάντα, τσαλακώνοντάς τη από την ένταση.

— Ελένη μου, πες στον Αλέξανδρο Ρήγα… φεύγουμε, — μουρμούρισε, αποφεύγοντας να με κοιτάξει και ισιώνοντας νευρικά τον γιακά της. — Το ξεχάσαμε τελείως, αύριο έχει γιορτή η θεία Ευαγγελία Κοντός. Πρέπει να βρούμε και δώρο.

— Φεύγετε; — άφησα κάτω τον τρίφτη και πήρα την πιο πληγωμένη έκφραση που μπορούσα. — Μα, Βασιλική Καραμανλή, δεν ολοκληρώσαμε την αποτοξίνωση! Αύριο το πρωί έχει στο πρόγραμμα σαλάτα με φρέσκες πικραλίδες. Έχω ήδη εντοπίσει στο χωράφι τα πιο τρυφερά φυλλαράκια.

Με το που ακούστηκε η λέξη «πικραλίδες», από τον διάδρομο ήρθε ένας δυνατός θόρυβος. Ο Λεωνίδας Ρήγας, στην προσπάθειά του να ορμήσει προς την έξοδο, είχε σκοντάψει στα ίδια του τα παπούτσια.

— Άλλη φορά, Ελένη! Οπωσδήποτε άλλη φορά! — φώναξε από τη βεράντα, ενώ τα κλειδιά του αυτοκινήτου κουδούνιζαν στο χέρι του.

Ο Αλέξανδρος Ρήγας κι εγώ σταθήκαμε στην αυλόπορτα και κοιτούσαμε το μπορντό αυτοκίνητο να τινάζεται με σπινιάρισμα στον χωματόδρομο, σηκώνοντας πίσω του ένα πυκνό σύννεφο σκόνης.

Μόλις χάθηκε στη στροφή, ο άντρας μου με τράβηξε κοντά του και ξέσπασε σε ένα δυνατό, μεταδοτικό γέλιο.

— Το πρόσωπό του το είδες; — κατάφερε να πει ανάμεσα στα γέλια ο Αλέξανδρος Ρήγας. — Οι πικραλίδες τον αποτελείωσαν!

Χαμογέλασα πανευτυχής, έλυσα τα κορδόνια της ποδιάς μου και γύρισα στην κουζίνα. Από την κρυψώνα που είχα φτιάξει στο βάθος του ντουλαπιού, πίσω από τα βάζα με τα τουρσιά, έβγαλα ένα μυρωδάτο σαλάμι αέρος, ένα κομμάτι εξαιρετικό τυρί και μια φρέσκια μπαγκέτα.

Πέρασαν σχεδόν τρεις μήνες. Το εξοχικό μας έγινε ξανά εκείνο το ήσυχο καταφύγιο όπου μοσχοβολούν τα λουλούδια και το σπιτικό φαγητό. Η Βασιλική Καραμανλή τηλεφωνεί πια στον άντρα μου μία φορά την εβδομάδα, αλλά πάντα βρίσκει έναν λόγο να αναβάλει την επίσκεψή της. Κι εγώ, σε κάθε συζήτηση, της ανακοινώνω με ζωηρή φωνή ότι τώρα τρεφόμαστε με νερό από λιωμένο πάγο και φύτρα λιναριού.

Λένε πως ο Λεωνίδας Ρήγας, μετά από εκείνο το Σαββατοκύριακο, έμαθε μόνος του να βράζει ζυμαρικά. Κι εγώ κράτησα ένα πολύτιμο μάθημα: καμιά φορά, για να προστατεύσεις την ησυχία σου, αρκεί να εμφανίσεις την κατάλληλη στιγμή μια ρίζα κολλιτσίδας.

Ψίθυροι Ζωής