“Πρέπει να βράσεις σούπα για όλη την εβδομάδα!” απαίτησε η πεθερά, αφήνοντας την Ελένη εξαντλημένη

Αδικαιολόγητα σκληρό, το όνειρο έγινε ξένη φυλακή.
Ιστορίες

Ο Λεωνίδας Ρήγας κάθισε βαριά στην καρέκλα, σαν να τον είχαν σπρώξει εκεί με το ζόρι. Κάρφωσε με το πιρούνι ένα από τα μπιφτέκια σόγιας· εκείνο αντιστάθηκε ελαστικά και ακούστηκε ένας πνιχτός, συμπαγής ήχος.

— Τι πράγμα είναι αυτό; — ρώτησε με φωνή που είχε ξαφνικά βραχνιάσει. — Και το χοιρινό πού είναι;

— Λεωνίδα, το χοιρινό επιβαρύνει τα αγγεία! — του είπα γλυκά, σχεδόν στοργικά, γεμίζοντας τις κούπες με το σκούρο αφέψημα κολλιτσίδας. — Εδώ έχουμε καθαρή φυτική πρωτεΐνη. Να μασάτε καλά, κάθε μπουκιά πρέπει να τη δουλεύετε σαράντα φορές πριν την καταπιείτε.

Η Βασιλική Καραμανλή πήρε με το κουτάλι λίγη από την πράσινη σούπα. Μόλις το υγρό άγγιξε τα χείλη της, κατάπιε σπασμωδικά και αμέσως πνίγηκε στον βήχα.

— Ελένη μου… ψωμάκι υπάρχει; Ένα απλό, άσπρο ψωμί;

— Η μαγιά απαγορεύεται αυστηρά! — δήλωσε κοφτά ο Αλέξανδρος Ρήγας, βάζοντας με αξιοζήλευτη όρεξη στο στόμα του ένα φυτικό μπιφτέκι. Ανταλλάξαμε κρυφά ένα πονηρό βλέμμα· μία ώρα πριν φτάσουν, είχαμε φάει γερά στην πόλη, μπριζόλες και τα σχετικά, οπότε μπορούσαμε άνετα να υποστηρίξουμε αυτή την παράσταση.

Το δείπνο κύλησε με μουσική υπόκρουση τα τριζόνια από την αυλή και τους βαρείς αναστεναγμούς της πεθεράς μου. Ο Λεωνίδας Ρήγας βασάνιζε τις ίνες της σόγιας σχεδόν δέκα λεπτά, ώσπου ανακοίνωσε πως δεν αισθανόταν καλά και αποσύρθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Η Βασιλική Καραμανλή έπινε σκέτο βραστό νερό, κοιτάζοντας με απέραντη θλίψη το κατάλευκο, λαμπερό και απολύτως άδειο ψυγείο.

Το πρωινό του Σαββάτου αποδείχθηκε πραγματική δοκιμασία αντοχής. Σέρβιρα σμούθι από φυτρωμένο σιτάρι και παντζάρι. Η γεύση του θύμιζε υγρό χώμα. Δίπλα είχα βάλει τραγανά παξιμαδάκια από σκληρό πίτουρο.

— Αυτό δεν το βάζω στο στόμα μου, — σύριξε ο Λεωνίδας Ρήγας, χλωμιάζοντας μπροστά στο μπορντό ποτήρι. — Με πιάνει αναγούλα μόνο που το βλέπω. Έχετε έστω μακαρόνια;

— Υπάρχουν μόνο νουντλς χωρίς γλουτένη, από πράσινα φασόλια, — πρότεινα με ενδιαφέρον. — Θέλεις; Θέλουν σαράντα λεπτά βράσιμο.

Η Βασιλική Καραμανλή καθόταν με πρόσωπο τραβηγμένο. Χωρίς τον συνηθισμένο καφέ της με κρέμα και χωρίς γλυκό ζυμάρι, έμοιαζε εντελώς χαμένη.

— Ελένη… και για μεσημέρι τι θα φάμε; — ρώτησε σιγανά, χωρίς καν να επιχειρήσει να δαγκώσει το πέτρινο παξιμαδάκι.

— Γιορτινή σαλάτα! — είπα, χτυπώντας χαρούμενα τα χέρια. — Ωμή κολοκύθα με τζίντζερ και ψητό τόφου! Και το βράδυ θα περπατήσουμε ξυπόλυτοι στο βρεγμένο γρασίδι, θα κάνουμε διαλογισμό και θα μαζέψουμε ενέργεια. Η κάθαρση πρέπει να περάσει σε κάθε κύτταρο!

Ο αδελφός του άντρα μου σταμάτησε να μασά. Γύρισε αργά το βλέμμα προς τη μητέρα του. Στα μάτια του καθρεφτιζόταν η ανόθευτη απορία ενός ενήλικου άντρα στον οποίο μόλις είχαν ανακοινώσει ότι του κόβουν το φαγητό και τον στέλνουν ξυπόλυτο στο χορτάρι.

Ψίθυροι Ζωής