“Πρέπει να βράσεις σούπα για όλη την εβδομάδα!” απαίτησε η πεθερά, αφήνοντας την Ελένη εξαντλημένη

Αδικαιολόγητα σκληρό, το όνειρο έγινε ξένη φυλακή.
Ιστορίες

Σε μια στιγμή είχε βρεθεί δίπλα μου. Γονάτισε στο πάτωμα, άρχισε να μαζεύει προσεκτικά τα κομμάτια του σπασμένου πιάτου και ύστερα σήκωσε τα μάτια του στο κατάχλωμο πρόσωπό μου.

— Φτάνει, ως εδώ, — είπε χαμηλόφωνα, παίρνοντάς μου την πετσέτα από τα χέρια. — Έχεις εξαντληθεί εντελώς.

— Αλέξανδρε Ρήγα, μας αδειάζουν το πορτοφόλι, — ψιθύρισα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυα που με έπνιγαν. — Δεν αντέχω άλλο να κάνω την υπηρέτρια.

Ο άντρας μου ήταν από τη φύση του ήρεμος, άνθρωπος που προτιμούσε να αποφεύγει τις συγκρούσεις, ιδίως με την αυταρχική μητέρα του. Όμως εκείνη τη φορά, βλέποντάς με σ’ αυτή την κατάσταση, έγνεψε αποφασιστικά.

— Αν τους το πούμε κατάμουτρα, θα γίνει χαλασμός. Η μάνα μου μπορεί να μας κόψει την καλημέρα για χρόνια, — μου είπε, τυλίγοντας τους ώμους μου με τα χέρια του. — Πρέπει να το φέρουμε έτσι, ώστε να μη θέλουν οι ίδιοι να ξανάρχονται εδώ.

Τη λύση, χωρίς καν να το ξέρει, μου την έδωσε η συνάδελφός μου, η Φωτεινή Νικολόπουλου. Εκείνη είχε μανία με ανατολικές πρακτικές και μια μέρα, στο διάλειμμα για φαγητό, μας μίλησε για μια θιβετιανή αποτοξίνωση του οργανισμού. Καθόλου κρέας, καθόλου γρήγοροι υδατάνθρακες, ούτε αλάτι ούτε ζάχαρη. Μόνο βότανα, ωμά λαχανικά και άνοστη σόγια.

Την Πέμπτη, μόλις σχολάσαμε, πήγαμε με τον Αλέξανδρο Ρήγα στη λαϊκή αγορά. Περάσαμε επίτηδες μακριά από τους πάγκους με τα κρέατα. Αντί γι’ αυτά, οι σακούλες μας γέμισαν με ματσάκια πικάντικης ρόκας, πράσινο σέλερι, ωμά παντζάρια, λιναρόσπορο και κομμάτια σόγιας που στην υφή θύμιζαν σφιχτό σφουγγάρι.

Το βράδυ της Παρασκευής ακούστηκε πάλι το γνώριμο κορνάρισμα έξω από την αυλόπορτα. Η Βασιλική Καραμανλή άνοιξε το πορτάκι με την άνεση ανθρώπου που θεωρούσε το σπίτι δικό του.

— Ελένη μου, ανάψτε γρήγορα την ψησταριά! Ο Λεωνίδας Ρήγας ταλαιπωρήθηκε τόσο στην κίνηση, χρειάζεται ένα σουβλάκι τώρα αμέσως!

Βγήκα στο κατώφλι φορώντας καθαρή ποδιά και το πιο πλατύ, πιο αθώο χαμόγελό μου.

— Βασιλική Καραμανλή, Λεωνίδα Ρήγα! Έχουμε υπέροχα νέα για εσάς. Με τον Αλέξανδρο Ρήγα καταλάβαμε πόσο κουράζεστε στην πόλη και αποφασίσαμε να φροντίσουμε την υγεία σας. Από σήμερα, στο εξοχικό μας ξεκινά πρόγραμμα ολικής αποτοξίνωσης!

Το πρόσωπο της πεθεράς μου πάγωσε και μάκρυνε από δυσπιστία. Ρούφηξε τον αέρα με τη μύτη της.

— Τι αποτοξίνωση πάλι; Και τι είναι αυτή η μυρωδιά… σαν να βράσατε χόρτα για κατσίκες;

— Είναι αφέψημα τσουκνίδας με ρίζα κολλιτσίδας! — ανακοίνωσε ζωηρά ο Αλέξανδρος Ρήγας, βγαίνοντας από το σπίτι. — Βοηθάει τρομερά τον οργανισμό. Περάστε στο τραπέζι, το δείπνο είναι έτοιμο.

Πάνω στο ξύλινο τραπέζι ήταν αραδιασμένα πήλινα μπολ. Μέσα τους κυμάτιζε μια παχύρρευστη πράσινη μάζα: βελουτέ από σέλερι και σπανάκι, βρασμένο σε νερό χωρίς ούτε έναν κόκκο αλάτι. Στη μέση δέσποζε ένας μικρός σωρός από μπιφτέκια σόγιας, πασπαλισμένα με λιναρόσπορο.

Ψίθυροι Ζωής