— Και τι ακριβώς υπάρχει πια να ειπωθεί για εμάς;
— Θέλω να γυρίσω.
— Με ποια άδεια; Σου το επέτρεψε η μητέρα σου;
Σαν να τον χτύπησα, τινάχτηκε ελαφρά.
— Μη χτυπάς εκεί.
— Εκεί ακριβώς πρέπει να χτυπήσω. Εκεί είναι η πληγή. Δημήτρη, είσαι σαράντα ενός χρονών. Δεν είσαι παιδάκι σε διαμέρισμα με χαλί κρεμασμένο στον τοίχο. Κι όμως, παίρνει η μητέρα σου τηλέφωνο, σου λέει ότι «η Μαρία Κωστοπούλου δεν πεινάει κιόλας», και εσύ πας να πουλήσεις το δικό μου σπίτι. Καταλαβαίνεις τι μέγεθος έχει αυτό;
— Το καταλαβαίνω.
— Όχι. Αυτό που καταλαβαίνεις τώρα είναι ότι σε έπιασα. Δεν είναι το ίδιο πράγμα.
— Τι θέλεις να κάνω;
— Να απαντήσεις τίμια. Ήθελες εσύ να το πουλήσεις ή σε έσπρωξαν μέχρι να το δεχτείς;
Έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα.
— Στην αρχή με πίεσαν. Μετά… μετά άρχισα να πιστεύω κι εγώ ότι είχα δικαίωμα.
— Αυτό τουλάχιστον μοιάζει με αλήθεια.
— Ήμουν θυμωμένος μαζί σου, — είπε χαμηλόφωνα. — Από καιρό. Όχι μόνο για τα ακίνητα. Με εξόργιζε που εσύ πατούσες πάντα γερά. Τα είχες όλα σε τάξη. Δουλειά, λογαριασμούς, συμβόλαια, όρια. Κι εγώ δίπλα σου ένιωθα σαν νοικάρης στην ίδια μου τη ζωή. Η μητέρα μου το έβλεπε και το τρυπούσε συνέχεια. Κι εγώ δεν ήξερα να της πω: «Φτάνει». Ήταν πολύ πιο εύκολο να σκέφτομαι πως εσύ είσαι άπληστη.
— Βολικό.
— Πάρα πολύ. Αν εσύ ήσουν άπληστη, τότε εγώ ήμουν ο γενναιόδωρος. Αν εσύ ήσουν ψυχρή, τότε εγώ ήμουν ο άνθρωπος της οικογένειας. Αν εσύ μετρούσες τα λεφτά, εγώ έσωζα ανθρώπους.
— Κι αν απλώς δεν είμαι ανόητη;
Για πρώτη φορά από την αρχή της συζήτησης, το στόμα του στραβοχαμογέλασε.
— Τότε βγαίνω αηδιαστικός.
— Δεν βγαίνεις. Είσαι.
— Δίκαιο.
Καθόμασταν σε ένα καφέ γεμάτο θόρυβο. Στο διπλανό τραπέζι κάτι μαθητές μοιράζονταν πατάτες τηγανητές, ενώ μια γυναίκα στο ταμείο διαμαρτυρόταν επειδή της είχαν χρεώσει λάθος μέγεθος καφέ. Η ζωή συνέχιζε με εκείνη την προκλητική της κανονικότητα, λες και ο γάμος μου δεν διαλυόταν εκείνη τη στιγμή ανάμεσα στη ζαχαριέρα και στις χαρτοπετσέτες.
— Θα καταθέσω αίτηση διαζυγίου, — είπα.
Έκλεισε τα μάτια του.
— Το έχεις αποφασίσει;
— Ναι.
— Μπορώ να αλλάξω κάτι;
— Τον εαυτό σου. Όχι όμως το διαζύγιό μου.
— Είσαι σκληρή.
— Σήμερα αυτό λέγεται συνέπεια.
— Θα μιλήσω στη μητέρα μου.
— Άργησες.
— Για εμάς, ναι. Για σένα, όχι. Γιατί την επόμενη φορά δεν θα σου ζητήσει διαμέρισμα. Θα σου ζητήσει νεφρό, κι εσύ θα αρχίσεις να ψάχνεις στο ίντερνετ αν ζει κανείς με ένα.
Κατέβασε το κεφάλι.
— Θα της πω ότι εγώ φταίω.
— Μην το κάνεις να φαίνεται σαν ηρωική πράξη. Πες απλώς την αλήθεια.
— Θα σε μισήσει.
— Δημήτρη, κι από πριν με αγαπούσε περίπου όσο αγαπά κανείς τη διαχειριστική εταιρεία της πολυκατοικίας: την ανέχεται όσο μπορεί να της φορτώνει παράπονα.
— Φοβάσαι;
— Όχι. Είμαι κουρασμένη.
— Από μένα;
— Από το ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύω τα αυτονόητα. Ότι το δικό μου είναι δικό μου. Ότι το «όχι» είναι απάντηση. Ότι η βοήθεια δεν επιβάλλεται με ξένα χέρια. Ότι ο γάμος δεν είναι μέθοδος απαλλοτρίωσης.
Έγνεψε.
— Κατάλαβα.
— Ελπίζω όχι μόνο με τα αυτιά.
Το διαζύγιο κράτησε τέσσερις μήνες. Η δικαστής ήταν μια γυναίκα με πρόσωπο ανθρώπου που ακούει τόση οικογενειακή λάσπη μέσα σε μία μέρα, ώστε το βράδυ μάλλον δεν πλένει τα χέρια της με σαπούνι, αλλά με γυαλόχαρτο. Ο Δημήτριος Ανδρέου ήρθε μόνος. Δεν αντέκρουσε τίποτα. Δεν ζήτησε μοιρασιά περιουσίας. Όταν η δικαστής ρώτησε αν υπάρχει πιθανότητα συμφιλίωσης, είπε:
— Δεν βλέπω βάση γι’ αυτό.
Κι εγώ απάντησα:
— Ούτε εγώ βλέπω.
Μετά τη συνεδρίαση με πρόλαβε στην έξοδο.
— Μαρία.
— Τι είναι;
— Έφυγα από το σπίτι της μητέρας μου.
— Συγχαρητήρια.
— Νοίκιασα ένα δωμάτιο. Προς το παρόν έτσι. Μίλησα και με τον Παναγιώτη Νικολαΐδη. Και με την Αριάδνη Αλεξάνδρου. Η μητέρα μου δεν μου μιλάει.
— Βαρύ πλήγμα για το σύστημα διοίκησης.
— Το άξιζα.
— Μην αρχίζεις με ωραίες φράσεις.
— Δεν θα αρχίσω. Ήθελα μόνο να σου πω πως τότε έκανες σωστά που δεν σώπασες. Αν δεν μιλούσες, μάλλον θα συνέχιζα να πιστεύω ότι όλοι με αδικούν. Και τελικά αποδείχτηκε ότι εγώ άφηνα τους άλλους να με χρησιμοποιούν και μετά πήγα να χρησιμοποιήσω εσένα.
Τον κοίταξα. Είχε αδυνατίσει. Το μπουφάν του έπεφτε πιο χαλαρά πάνω του. Στα μάτια του έλειπε εκείνο το συνηθισμένο τείχος άμυνας. Αυτό δεν σήμαινε πως έγινε ξαφνικά άλλος άνθρωπος. Οι άνθρωποι αλλάζουν αργά, με τριξίματα, σαν παλιές πόρτες πολυκατοικίας. Αλλά μερικές φορές η πόρτα, όσο κι αν τρίζει, ανοίγει.
— Να προσέχεις, Δημήτρη.
— Κι εσύ.
— Και κάτι ακόμα. Κλείσε εσύ το χρέος για το γκαράζ του Παναγιώτη. Πενήντα ευρώ είναι. Μην ζει ο άνθρωπος μέσα σε οικονομικό δράμα συνοικιακής κλίμακας.
Γέλασε ξαφνικά.
— Θα το κλείσω.
— Μόνο όχι με το δικό μου διαμέρισμα.
— Το εμπέδωσα πια.
Μία εβδομάδα αργότερα πήγα στο μικρό διαμέρισμα. Οι καινούργιοι ενοικιαστές θα έμπαιναν το Σάββατο: μια νεαρή γιατρός από το νοσοκομείο της περιοχής και η μητέρα της, που είχε περάσει εγκεφαλικό. Το νοίκι το έβαλα χαμηλότερα από την αγορά, επειδή η γιατρός μίλησε καθαρά, χωρίς κλάψα και χωρίς θεατρινισμούς: «Χρειάζομαι σπίτι κοντά στη δουλειά για να προλαβαίνω να πηγαίνω τη νύχτα, και η μητέρα μου χρειάζεται ασανσέρ και ήσυχη αυλή». Αυτό ήταν αίτημα. Όχι χειραγώγηση, όχι οικογενειακό συμβούλιο, όχι εκείνο το «αφού έχεις δύο». Απλώς μια πραγματική ανάγκη, ειπωμένη χωρίς να μου περνάει θηλιά στον λαιμό.
Έλεγξα τη βρύση στο μπάνιο, έσφιξα λίγο το χερούλι του παραθύρου, πέρασα με πανί το περβάζι. Στην κουζίνα, πίσω από το καλοριφέρ, βρήκα έναν μικρό φάκελο. Στην αρχή νόμισα πως τον είχαν αφήσει οι μάστορες: κάποια απόδειξη, εγγύηση, ένα άχρηστο χαρτί. Μέσα όμως υπήρχε μια φωτογραφία της θείας Αγγελικής Καραγιάννη. Ήταν νέα, με παλτό που είχε τεράστιο γιακά. Στην πίσω πλευρά, με τον δικό της γραφικό χαρακτήρα, έγραφε: «Στη Μαρία. Μην παραδώσεις σε κανέναν τη γωνιά σου. Ακόμα κι αν σου τη ζητήσουν με φωνή συγγενική».
Κάθισα στο σκαμπό και κράτησα τη φωτογραφία στα χέρια μου για πολλή ώρα. Να λοιπόν η ανατροπή: η θεία Αγγελική Καραγιάννη, που είχε πεθάνει πριν από έξι χρόνια, ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε συνοψίσει όλη την υπόθεση καλύτερα από οποιονδήποτε δικηγόρο.
Το κινητό δονήθηκε. Μήνυμα από τον Δημήτριο Ανδρέου: «Η μητέρα μου με αποκάλεσε προδότη. Ο Παναγιώτης της είπε ότι προδοσία είναι να πουλάς ξένο σπίτι. Νομίζω πως του φύτρωσε σπονδυλική στήλη».
Δεν απάντησα αμέσως. Ύστερα έγραψα: «Πες στον Παναγιώτη ότι η σπονδυλική στήλη είναι χρήσιμο πράγμα. Κράτα κι εσύ τη δική σου».
Μου έστειλε: «Θα την κρατήσω».
Κλείδωσα το διαμέρισμα και κατέβηκα στην αυλή. Μια ηλικιωμένη μάλωνε με έναν ταξιτζή, ένα αγόρι με σχολική στολή κουβαλούσε σακούλα σκουπιδιών και προσποιούνταν ότι συμμετείχε σε αποστολή στον Βόρειο Πόλο, ενώ στην είσοδο μύριζε βρεγμένα φύλλα και φτηνός καπνός. Δεν ακούστηκε καμία θριαμβευτική μουσική. Δεν άνοιξαν τα σύννεφα για να πέσει πάνω μου φως. Ήταν απλώς μια συνηθισμένη πόλη, ένα συνηθισμένο απόγευμα, μια συνηθισμένη γυναίκα με κλειδιά στην τσέπη.
Μόνο που μέσα μου είχε ησυχία.
Όχι ευτυχία. Όχι αίσθηση νίκης. Μια απλή, σταθερή ηρεμία.
Τότε κατάλαβα πως το διαμέρισμα δεν ήταν το ουσιαστικό. Το ουσιαστικό ήταν εκείνη η «γωνιά» για την οποία είχε γράψει η θεία Αγγελική Καραγιάννη. Ένας χώρος μέσα σου, όπου δεν επιτρέπεται να μπαίνει κανείς με λασπωμένα παπούτσια, ακόμα κι αν δηλώνει οικογένεια.
Μπήκα στο αυτοκίνητο, έβαλα τη φωτογραφία στο ντουλαπάκι και γύρισα το κλειδί στη μίζα. Στο φανάρι άναψε πράσινο. Ξεκίνησα για το σπίτι — για τη δική μου ζωή, εκεί όπου επιτέλους κανείς δεν είχε το δικαίωμα να ανεβάζει αγγελία χωρίς τη συγκατάθεσή μου.
