“Δημήτριε Ανδρέου, μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί στην αγγελία γράφει «απευθείας από ιδιοκτήτη», αφού η ιδιοκτήτρια είμαι εγώ;” είπε η Μαρία, στέκοντας στο κατώφλι του δικού της διαμερίσματος με απορημένο αλλά ψυχρό βλέμμα

Αηδιαστικό προδοτικό και ανεξήγητα θλιβερό το πρωινό.
Ιστορίες

— Τότε πράττετε σωστά. Μια κλειδαριά κοστίζει λιγότερο από τα νεύρα σας.

— Αυτό το λέτε σε όλους;

— Όχι. Μόνο σε όσους δεν καβγαδίζουν με την πραγματικότητα.

Στη δουλειά κρατούσα το πρόσωπό μου ακίνητο, σχεδόν υπηρεσιακό. Στο τμήμα προμηθειών κανείς δεν κατάλαβε πως η υπεύθυνη της ομάδας καιγόταν από μέσα της, με απώλειες και συντρίμμια. Στον κόσμο μας, άλλωστε, πάρα πολλά στηρίζονται σε γυναίκες που το πρωί βάφονται, πηγαίνουν στο γραφείο, ανοίγουν ένα φύλλο Excel και παριστάνουν πως δεν θέλουν να χωθούν κάτω από το γραφείο και να μείνουν εκεί.

Η Βασιλική Ανδρέου, η φίλη μου, τηλεφώνησε το ίδιο βράδυ.

— Ζεις;

— Ζω.

— Μου έγραψε ο Δημήτρης.

— Μα φυσικά. Ξεκινάει η περιοδεία με τίτλο «εκείνη δεν με κατάλαβε».

— Είπε πως τον πέταξες έξω για ένα λάθος.

— Βασιλική, αν αύριο βγάλω το αυτοκίνητό του προς πώληση και δηλώσω στον αγοραστή ότι είμαι η μοναδική ενήλικη ιδιοκτήτρια, θα το πεις λάθος;

— Θα το πω τσίρκο.

— Ακριβώς. Μόνο που εδώ δεν έχουμε ταχυδακτυλουργό, γιατί ο ταχυδακτυλουργός πήγε στη μαμά του.

— Μου είπε επίσης πως ο Παναγιώτης έχει χρέη.

— Το είπε και σ’ εμένα. Μόνο που όσο το σκέφτομαι, τόσο λιγότερο μου κάθεται καλά αυτή η ιστορία.

— Γιατί;

— Επειδή ο Δημήτρης δέχτηκε υπερβολικά πρόθυμα να φορτωθεί όλη την ευθύνη. Πολύ καθαρό, πολύ στρωμένο. «Ο αδελφός μου, απειλές, επείγον». Ούτε ένα χαρτί, ούτε ένα μήνυμα από πιστωτές, ούτε ένα τηλεφώνημα μπροστά μου. Μόνο οικογενειακά δράματα σε συσκευασία προσφοράς.

— Πιστεύεις ότι λέει ψέματα;

— Πιστεύω πως αυτή η υπόθεση έχει περισσότερες στρώσεις κι από φτηνό σουφλέ με μπεσαμέλ.

— Και τι θα κάνεις;

— Θα πάρω τον Παναγιώτη.

— Εσύ η ίδια;

— Ποιος να τον πάρει; Η εισαγγελία είναι λίγο νωρίς ακόμη.

Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης δεν απάντησε αμέσως. Όταν τελικά σήκωσε το τηλέφωνο, από πίσω ακουγόταν τηλεόραση στη διαπασών και κάποιος κοπανούσε πιάτα.

— Έλα, Μαρία; Αν είναι για τον Δημήτρη, βρείτε τα μόνοι σας. Εγώ δεν ανακατεύομαι.

— Παναγιώτη, πόσα χρωστάς;

— Σε ποιον;

— Να, αυτό ακριβώς προσπαθώ να μάθω κι εγώ.

— Τι λες τώρα;

— Ο Δημήτρης μού είπε ότι έχεις χρέος σχεδόν σαράντα χιλιάδες ευρώ και πως σε απειλούν. Γι’ αυτό έβγαλε το διαμέρισμά μου προς πώληση.

Στην άλλη άκρη έπεσε σιωπή. Ακόμη και η τηλεόραση λες και χαμήλωσε από μόνη της.

— Τι έκανε;

— Έβαλε αγγελία για τη γκαρσονιέρα μου. Είπε πως χρειάζεσαι χρήματα.

— Μαρία, εγώ δεν χρωστάω σε κανέναν σαράντα χιλιάδες. Έχω μια πιστωτική στα χίλια επτακόσια ευρώ, ναι, είχα καθυστέρηση, αλλά τα μισά τα τακτοποίησα. Με βοήθησε η μάνα. Ποια σαράντα χιλιάρικα;

— Ο Δημήτρης μίλησε για ανθρώπους, όχι για τράπεζα.

— Ποιους ανθρώπους; Σε πόλη ζω, όχι σε σειρά με μαφιόζους. Το πολύ πολύ χρωστάω στον γείτονα πενήντα ευρώ για το γκαράζ, κι αυτός το έχει πάρει απόφαση πια.

— Άρα δεν ζήτησες από τον Δημήτρη να βρει λεφτά;

— Όχι. Εγώ έχω να του μιλήσω δύο εβδομάδες. Τσακωθήκαμε για το εξοχικό. Ήθελε να πάρω τη μάνα στο τριήμερο της Πρωτομαγιάς κι εγώ του είπα ότι δουλεύω.

— Παναγιώτη, σκέψου το καλά. Μήπως ήθελε να αγοράσει κάτι για σένα, να κλείσει κάποια εκκρεμότητα, να λύσει κάτι;

— Μαρία, δεν ήταν για μένα. Κάτι μαγείρευε με τη μάνα.

— Τι ακριβώς;

— Δεν ξέρω. Πριν από έναν μήνα με πήρε εκείνη και με ρώτησε αν η γκαρσονιέρα είναι σίγουρα δική σου. Της είπα: «Αφού ήταν της θείας, η Μαρία την κληρονόμησε». Κι εκείνη απάντησε: «Άδικο είναι. Άλλοι να έχουν δύο σπίτια κι άλλοι κανένα». Εγώ τότε γέλασα. Ηλίθιος.

— Η μητέρα σας ρωτούσε γι’ αυτό;

— Ναι. Και μετά είπε πως ο Δημήτρης πρέπει «σαν άντρας να σκεφτεί το μέλλον της οικογένειας». Νόμιζα ότι ξανάρχιζε τα γνωστά επειδή δεν κάνετε παιδιά. Μαρία, μόνο μη με δώσεις ότι σε προειδοποίησα. Αν το μάθει, ούτε σπίτι δεν θα έχω να μείνω.

— Αργά, Παναγιώτη. Με έχεις ήδη προειδοποιήσει.

— Στ’ αλήθεια δεν ξέρω τίποτα παραπάνω. Ο Δημήτρης, εντάξει, καμιά φορά σκέφτεται με το κεφάλι χτυπημένο στη γωνία, αλλά τέτοιο πράγμα…

— Ευχαριστώ.

— Τον έδιωξες τελείως;

— Ναι.

— Μάλλον καλά έκανες. Είναι αδελφός μου, αλλά… καλά έκανες.

Έτσι είναι η ζωή: καμιά φορά βρίσκεις στήριξη από τον άνθρωπο που μέχρι χθες θεωρούσες κινητή οικονομική καταβόθρα. Της αρέσουν τα φτηνά εφέ, αλλά πού και πού πετυχαίνει κέντρο.

Πήρα τον Δημήτρη.

— Πρέπει να βρεθούμε. Σήμερα.

— Χαίρομαι που με κάλεσες.

— Μη χαίρεσαι από τώρα. Στις εφτά, στο καφέ δίπλα στο σπίτι. Στο διαμέρισμα δεν μπαίνεις.

Έφτασε νωρίτερα. Τον βρήκα καθισμένο κοντά στο παράθυρο, με ένα τσάι μπροστά του. Το πρόσωπό του ήταν τσαλακωμένο, σαν πουκάμισο που πέρασε νύχτα ολόκληρη μέσα σε σακούλα.

— Μίλησα με τον Παναγιώτη, — είπα αντί για καλησπέρα.

Ο Δημήτρης ακούμπησε αργά το φλιτζάνι στο πιατάκι.

— Γιατί;

— Επειδή μου είπες ψέματα.

— Μαρία…

— Ο Παναγιώτης δεν έχει χρέος σαράντα χιλιάδες ευρώ. Δεν υπάρχουν «άνθρωποι». Δεν υπάρχουν απειλές. Υπάρχει μια πιστωτική, ένα γκαράζ και μια μητέρα που ρωτούσε για το διαμέρισμά μου. Πες την ιστορία από την αρχή.

Κοίταζε το τραπέζι. Η σερβιτόρα πλησίασε με τον κατάλογο, κατάλαβε τον καιρό που επικρατούσε και αποχώρησε χωρίς μάχη.

— Η μάνα ήθελε να βοηθήσει τον Παναγιώτη με σπίτι, — είπε τελικά.

— Συνέχισε. Μου αρέσει το είδος.

— Με την Αριάδνη Αλεξάνδρου δεν πάνε καλά. Σκέφτονται να χωρίσουν. Αν φύγει, δεν έχει πού να μείνει. Η μάνα είπε ότι θα μπορούσαμε να πουλήσουμε τη γκαρσονιέρα σου, να βάλουμε και το επίδομα που δικαιούται η Αριάδνη για τα παιδιά, και να του πάρουμε κάτι μικρό. Μετά θα τα επέστρεφε σιγά σιγά.

— Το επίδομα της Αριάδνης; Ενώ χωρίζουν; Δημήτρη, στο οικογενειακό σας συμβούλιο καλέσατε έστω έναν νηφάλιο άνθρωπο;

— Στην αρχή αρνήθηκα.

— Και μετά;

— Η μάνα είπε ότι έτσι κι αλλιώς το νοικιάζεις, για σένα είναι απλώς ένα εισόδημα, ενώ ο Παναγιώτης δεν έχει πού να πάει.

— Άρα εγώ είμαι το φιλανθρωπικό ίδρυμα στη μνήμη της οικογενειακής σας ανικανότητας.

— Με πίεζε. Έλεγε πως ζω στο δικό σου σπίτι, πως δεν έχω τίποτα δικό μου, πως εσύ ποτέ δεν με βλέπεις ως ίσο.

— Κι εσύ αποφάσισες να γίνεις ίσος κλέβοντας;

— Δεν έκλεψα.

— Επινόησες ένα χρέος για να φανείς πιο ευγενής. Αυτό είναι ακόμη χειρότερο. Δεν τρόμαξες απλώς για τον αδελφό σου. Συμφώνησες πως το διαμέρισμά μου είναι κοινός πόρος της δικής σας οικογένειας. Κι ότι εμένα μπορείτε να με δουλέψετε με λίγη λύπηση.

— Μπερδεύτηκα.

— Όχι. Διάλεξες.

— Μαρία, η μάνα έχει έναν τρόπο να μιλάει που στο τέλος δεν ξέρεις ποια σκέψη είναι δική σου και ποια δική της. Έλεγε συνέχεια: «Παιδιά δεν έχετε, πρέπει να σκέφτεσαι τους δικούς σου, η Μαρία δεν ζορίζεται κιόλας». Και εγώ… άρχισα στ’ αλήθεια να πιστεύω ότι εσύ απλώς δεν καταλαβαίνεις πώς είναι να μην έχει κάποιος πού να πάει.

— Δημήτρη, ήμουν είκοσι τεσσάρων όταν έζησα τρία χρόνια σε ένα δωμάτιο με συγκάτοικο που τηγάνιζε ψαράκια στις δύο τη νύχτα και άπλωνε καλσόν στον πολυέλαιο. Δεν χρειάζομαι μάθημα για το πώς είναι να μην έχεις πού να πας. Απλώς δεν θεωρώ ότι το πρόβλημα κάποιου άλλου λύνεται με το δικό μου ακίνητο.

— Το ξέρω.

— Δεν το ξέρεις. Αν το ήξερες, δεν θα καθόσουν τώρα απέναντί μου.

Έτριψε τη ράχη της μύτης του.

— Κατέβασα την αγγελία. Δεν θα ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.

— Φυσικά και δεν θα ξανασυμβεί. Δεν έχεις πια κλειδιά.

— Δεν μιλάω για τα κλειδιά. Μιλάω για εμάς.

Ψίθυροι Ζωής