Οι συστάσεις άρχισαν μία μία, με τη σειρά που κάθονταν γύρω από το τραπέζι. Η Ελένη Νικολάου είχε αναλάβει το κομμάτι του διακομιστή, την «πίσω» πλευρά του συστήματος. Ο Μιχαήλ Ελευθερίου, είκοσι οκτώ ετών, δούλευε πάνω στην εφαρμογή για κινητά. Ο Νεκτάριος Σολομωνίδης, τριάντα δύο, ήταν υπεύθυνος για τη βάση δεδομένων — εκεί όπου φυλάσσονταν όλα τα στοιχεία των χρηστών. Εγώ σημείωνα. Λίγες λέξεις, καθαρές. Όνομα. Έργο. Τρέχουσα εκκρεμότητα.
Ύστερα ήρθε η σειρά του Γιώργου Ρήγα. Καθάρισε τον λαιμό του. Η φωνή του κρατούσε ακόμη εκείνη τη σιγουριά, όμως το σώμα του τον πρόδιδε· δεν ήταν πια απλωμένος στην καρέκλα, καθόταν ίσιος.
— Γιώργος Ρήγας. Frontend. Φτιάχνω τον προσωπικό λογαριασμό του χρήστη.
— Frontend είναι ό,τι βλέπει ο απλός άνθρωπος στην οθόνη, — είπα, περισσότερο για να μπει σωστά στις σημειώσεις μου παρά επειδή χρειαζόταν πραγματική εξήγηση. — Κουμπιά, φόρμες, σελίδες. Και ο προσωπικός λογαριασμός είναι το σημείο όπου ο χρήστης μπαίνει με όνομα και κωδικό, αλλάζει ρυθμίσεις, βλέπει το ιστορικό του. Σωστά;
Ο Γιώργος έγνεψε κοφτά.
— Προθεσμία; — ρώτησα.
— Ε, κανονικά. Είναι σε εξέλιξη.
— Θα ήθελα κάτι πιο συγκεκριμένο. Μέχρι ποια ημερομηνία;
Σήκωσε τους ώμους.
— Μάλλον μέχρι την Παρασκευή.
— Ωραία. Σήμερα στις πέντε θέλω να μου στείλεις ό,τι έχεις έτοιμο. Για έλεγχο. Θέλω να δω σε τι κατάσταση βρίσκεται τώρα.
Ένα χαμόγελο τράβηξε τη μία άκρη του στόματός του. Τόσο μικρό που θα μπορούσε κανείς να το προσπεράσει. Εγώ, όμως, το είδα. Το είδαν και οι δύο που κάθονταν δίπλα του. Ο ένας — εκείνος που είχε χλευάσει το πρωί — ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του.
Η σύντομη σύσκεψη τελείωσε. Οι περισσότεροι σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την πόρτα. Εγώ μάζευα το σημειωματάριό μου, όταν από τον διάδρομο άκουσα τη φωνή του Γιώργου. Δεν μιλούσε δυνατά, αλλά ούτε και ψιθύριζε. Είχε διαλέξει ακριβώς την ένταση που χρειαζόταν: αρκετή για να ακουστεί, αρκετά χαμηλή ώστε, αν τον ρωτούσε κανείς, να μπορούσε να πει «δεν το έλεγα σ’ εσάς».
— Με μέσο την έβαλαν. Το είδατε; Σημειωματάριο, στυλό… σαν λογίστρια. Είκοσι τρία χρόνια εμπειρία και ντύσιμο βιβλιοθηκάριου. Θα δούμε πόσο θα αντέξει.
Κάποιος γέλασε πνιχτά.
Η Ελένη Νικολάου στεκόταν δίπλα στον ψύκτη νερού. Τα είχε ακούσει όλα. Γύρισε και με κοίταξε. Εγώ έστρεψα το βλέμμα μου στην οθόνη.
Τρεις φορές. Τρεις φορές μέσα σε μισή μέρα. Η πρώτη στον διάδρομο, με το «θεία, κάνε στην άκρη», μπροστά σε δύο μάρτυρες. Η δεύτερη στη σύσκεψη, εκείνο το ειρωνικό μισό χαμόγελο όταν του ανέθεσα εργασία. Η τρίτη τώρα, πίσω από την πλάτη μου, το «με μέσο», ειπωμένο έτσι ώστε να φτάσει στ’ αυτιά μου.
Άνοιξα στον υπολογιστή τον κώδικα του έργου. Έπρεπε να καταλάβω τι είχε ήδη γραφτεί. Τα δάχτυλά μου ακούμπησαν το πληκτρολόγιο και μέσα μου απλώθηκε μια παράξενη ηρεμία. Αυτό ήταν το δικό μου έδαφος. Εδώ η ηλικία δεν μετρούσε. Εδώ υπήρχε μόνο ένα κριτήριο: δουλεύει ή δεν δουλεύει.
Στις πέντε ακριβώς, ο Γιώργος Ρήγας έστειλε τον κώδικά του για έλεγχο. Άνοιξα τα αρχεία. Δώδεκα ενότητες, λίγο πάνω από τετρακόσιες γραμμές. Ο προσωπικός λογαριασμός χρήστη — η σελίδα όπου ένας άνθρωπος συνδέεται στον ιστότοπο, αλλάζει τα στοιχεία του, βλέπει τι έχει αγοράσει. Δεν ήταν από τις πιο δύσκολες εργασίες. Ήθελε, όμως, προσοχή. Ιδίως στο θέμα της ασφάλειας, γιατί πίσω από αυτή τη σελίδα υπήρχαν πραγματικοί άνθρωποι, με αληθινά προσωπικά δεδομένα.
Ο Γιώργος πλησίασε στο γραφείο μου. Τα χέρια χωμένα στις τσέπες, το πηγούνι ελαφρώς σηκωμένο, τα ακουστικά περασμένα γύρω από τον λαιμό.
— Το ανέβασα. Όλα δουλεύουν. Μπορώ να φύγω;
— Περίμενε λίγο, — είπα, ενώ κυλούσα τον κώδικα στην οθόνη. — Κάθισε, σε παρακαλώ.
Δεν κάθισε. Έμεινε όρθιος, αλλάζοντας βάρος από το ένα πόδι στο άλλο.
Το πρώτο σφάλμα φάνηκε στο τρίτο λεπτό. Ο έλεγχος του κωδικού πρόσβασης ήταν λάθος: το πρόγραμμα δεχόταν κενό πεδίο. Ήταν σαν κλειδαριά πόρτας που ανοίγει απλώς τραβώντας το χερούλι. Χωρίς κλειδί. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να μπει στον λογαριασμό άλλου ανθρώπου, χωρίς να γνωρίζει τον κωδικό του.
— Εδώ, — του έδειξα τη γραμμή. — Ο έλεγχος δεν ενεργοποιείται. Ο χρήστης μπορεί να συνδεθεί με άδειο κωδικό. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό; Ένας άγνωστος μπαίνει στον λογαριασμό σου και βλέπει τα πάντα: όνομα, διεύθυνση, αριθμό κάρτας.
Ο Γιώργος έσκυψε προς την οθόνη.
— Α, ναι. Μικρό πράγμα είναι. Θα το διορθώσω μετά.
— Δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πόρτα χωρίς κλειδαριά.
Το δεύτερο πρόβλημα: τα δεδομένα του χρήστη μεταφέρονταν χωρίς προστασία. Σαν να έστελνες επιστολή με στοιχεία ταυτότητας όχι μέσα σε φάκελο, αλλά πάνω σε καρτ ποστάλ. Όποιος τη συναντούσε στη διαδρομή, μπορούσε να τη διαβάσει.
Το τρίτο: η ίδια ενέργεια ήταν γραμμένη τέσσερις φορές σε διαφορετικά σημεία, αντί να υπάρχει μία φορά σωστά. Σαν σε συνταγή μαγειρικής να επαναλάμβανες τη φράση «προθερμάνετε τον φούρνο στους εκατόν ογδόντα βαθμούς» σε κάθε σελίδα. Έτσι το πρόγραμμα γίνεται πιο αργό και σπάει ευκολότερα.
Τέταρτο λάθος. Πέμπτο. Έκτο.
Ο Γιώργος δεν έλεγε τίποτα. Τα αυτιά του δεν ήταν πια ροζ. Είχαν γίνει κατακόκκινα, σαν καραβίδες σε πιατέλα. Έβγαλε τα χέρια από τις τσέπες και τα σταύρωσε στο στήθος.
Ύστερα ήρθε το έβδομο σφάλμα. Το πρόγραμμα δεν έλεγχε αν ο χρήστης υπήρχε πραγματικά πριν του εμφανίσει τη σελίδα. Σαν ταχυδρόμος που πηγαίνει δέμα σε μια διεύθυνση χωρίς να βεβαιωθεί ότι υπάρχει τέτοιο σπίτι. Το δέμα χάνεται στο κενό. Και τα δεδομένα καταλήγουν όπου να ’ναι.
— Επτά λάθη, — είπα και έκλεισα το σημειωματάριο. — Σε τετρακόσιες γραμμές. Τα τρία είναι κρίσιμα. Αν αυτός ο κώδικας ανέβαινε σε κανονικό ιστότοπο, τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών θα ήταν εκτεθειμένα μπροστά σε όλους.
Ο Γιώργος στεκόταν ακίνητος. Τα χέρια του δεν ήταν πια σταυρωμένα· κρέμονταν κατά μήκος του σώματος. Τα δάχτυλά του είχαν σφιχτεί σε γροθιές.
— Θα τα φτιάξω, — είπε χαμηλά.
— Φυσικά και θα τα φτιάξεις. Αύριο στις δέκα το πρωί περιμένω τη διορθωμένη έκδοση. Και τα επτά σημεία.
Γύρισε απότομα και έφυγε με γρήγορο βήμα, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Η πόρτα έκλεισε πίσω του χωρίς κρότο.
