— Δεν υπάρχει κανένας άλλος εκεί; ρώτησε.
— Όχι, κανένας.
— Ε, ας καλέσουν γιατρό. Κάπως θα τα βγάλουν πέρα.
Εγώ φόρεσα το μπουφάν μου και πήρα την τσάντα.
— Μαρία, έχω κλείσει τραπέζι, μου θύμισε.
— Ακύρωσέ το, του είπα. Ή πήγαινε μόνος σου.
Και έφυγα.
Έμεινα τρεις μέρες στο σπίτι της Δανάης Δημητριάδη. Ο Παύλος Δημητριάδης συνήλθε γρήγορα· προς το τέλος χοροπηδούσε ήδη στον καναπέ και ζητούσε επίμονα να του βάλουμε παιδικά. Του έβραζα κομπόστα από αποξηραμένα φρούτα. Για κάποιον λόγο την έλεγε «καφέ τσάι» και την έπινε με μεγάλη ευχαρίστηση.
Ο Αλέξανδρος Μεταξάς, μέσα σε εκείνο το τριήμερο, έστειλε μόνο ένα μήνυμα: «Πώς πάει εκεί;»
Του απάντησα: «Καλά, αναρρώνει».
Δεν ξαναέγραψε.
Όταν γύρισα, τον βρήκα στο σπίτι. Με υποδέχτηκε ήρεμα, με φίλησε, ρώτησε για τον Παύλο. Όλα ευγενικά, όλα όπως έπρεπε.
Το ίδιο βράδυ, πίνοντας τσάι, είπε:
— Μαρία, καταλαβαίνω πως ο εγγονός σου είναι σημαντικός. Αλλά κι εμείς χρειαζόμαστε χρόνο. Μόλις αρχίσαμε να ζούμε μαζί.
Τον κοιτούσα και μέσα μου αναρωτιόμουν τι ακριβώς περίμενε να κάνω. Να μην πάω; Να αφήσω ένα άρρωστο παιδί μόνο του;
Δεν το είπα δυνατά. Σώπασα.
Αργότερα άρχισα να θυμάμαι. Ποτέ δεν είχε προτείνει από μόνος του: «Θες να πεταχτώ εγώ; Να βοηθήσω;» Ούτε μία φορά. Ούτε για τη Δανάη ούτε για τη μητέρα μου, που είναι ογδόντα δύο χρονών και κάποιες φορές χρειάζεται στήριξη.
Πάντα πήγαινα εγώ. Εκείνος ήταν πάντα «πνιγμένος» ή «κουρασμένος».
Με τον Μάριο Λάμπρο, όμως, ήταν αλλιώς. Μια νύχτα, στις έντεκα, τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να τον πάει στην άλλη άκρη της πόλης. Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε, ντύθηκε και έφυγε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Δεν ζηλεύω τον γιο του. Αλήθεια. Καταλαβαίνω πως είναι παιδί του.
Μα θυμήθηκα μια κουβέντα που είχαμε κάνει στην αρχή. Καθόμασταν σε ένα καφέ κι εκείνος μιλούσε για τη ζωή του, για το πώς όλα έγιναν κάπως άδεια μετά την αποχώρηση της γυναίκας του. «Θέλω να νιώσω ξανά πως υπάρχει ένας άνθρωπος δίπλα μου. Πραγματικά δίπλα μου».
Τον άκουγα και σκεφτόμουν πως αυτό ήταν κάτι αληθινό.
Ύστερα, όμως, μου έγινε σαφές τι ακριβώς είχε στο μυαλό του.
