“Ας το δοκιμάσουμε” — είπα και τον δέχτηκα στο σπίτι μου, παρότι φοβόμουν

Η όμορφη καλοσύνη του ξένου ήταν βαθειά συγκινητική.
Ιστορίες

Τα κυριακάτικα μεσημέρια αναλάμβανε εκείνος την κουζίνα. Δεν είχα ξαναδεί άντρα να καταπιάνεται με το φαγητό έτσι: αργά, ήρεμα, σχεδόν τελετουργικά, και να το χαίρεται. Η σούπα του, ομολογώ, μου έβγαινε κατώτερη από τη δική του.

Έπειτα άρχισαν τα μικρά, εκείνα που στην αρχή τα προσπερνάς.

Πρώτα ήταν ο γιος του. Τηλεφώνησε γύρω στις δέκα το βράδυ. Ο Αλέξανδρος Μεταξάς πήγε στην κουζίνα και μιλούσε χαμηλόφωνα σχεδόν μισή ώρα. Όταν γύρισε, είχε εκείνη τη συγκρατημένη σοβαρότητα και μου ζήτησε να του «δανείσω μέχρι την άλλη εβδομάδα» λίγα χρήματα. Ο Μάριος Λάμπρος είχε κάποιο πρόβλημα με το αυτοκίνητο. Δεν ήταν μεγάλο ποσό· δεν μπήκα στη διαδικασία να το λογαριάσω.

Μια εβδομάδα αργότερα, πάλι ο Μάριος Λάμπρος. Αυτή τη φορά για κάτι άλλο.

Δεν κρατούσα λογαριασμό. Απλώς άρχισα να το παρατηρώ.

Η κόρη μου, η Δανάη Δημητριάδη, μένει λίγο έξω από την Αθήνα. Έρχεται περίπου μία φορά τον μήνα και φέρνει μαζί της τον μικρό, τον Παύλο Δημητριάδη. Είναι έξι χρονών, με φωνάζει «γιαγιά Μαρία» και επιμένει να του φτιάχνω τηγανίτες με τρυπούλες, όχι απλώς στρογγυλές.

Την πρώτη φορά που ήρθαν μετά τη μετακόμιση του Αλέξανδρου Μεταξά, εκείνος ήταν στο σπίτι. Ο Παύλος Δημητριάδης έτρεξε αμέσως να τον γνωρίσει· δεν φοβάται τους ανθρώπους, αυτό το έχει πάρει από τη Δανάη. Σκαρφάλωσε στον καναπέ δίπλα του και άρχισε να του δείχνει ένα αυτοκινητάκι. Ο Αλέξανδρος Μεταξάς τον κοίταζε σαν να ήταν ένα αντικείμενο στο δωμάτιο. Όχι άσχημα. Απλώς σαν κάτι που εμφανίστηκε προσωρινά και σε λίγο θα εξαφανιζόταν.

Αργότερα, στην κουζίνα, η Δανάη Δημητριάδη με ρώτησε χαμηλόφωνα:

— Μαμά, τα παιδιά τα συμπαθεί καθόλου;

Της είπα πως μάλλον δεν ήταν μαθημένος. Ο Μάριος Λάμπρος, άλλωστε, ήταν πια μεγάλος.

Η Δανάη έγνεψε. Είναι ευγενικό παιδί.

Η ρωγμή φάνηκε καθαρά τον Ιούλιο. Ο Παύλος Δημητριάδης αρρώστησε· ένα κοινό κρυολόγημα, αλλά με πυρετό. Η Δανάη Δημητριάδη μου τηλεφώνησε πανικόβλητη. Είχε πέσει κι εκείνη στο κρεβάτι, ο άντρας της έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι. «Μαμά, μπορείς να έρθεις;»

Σε δεκαπέντε λεπτά ήμουν έτοιμη. Με τον Αλέξανδρο Μεταξά είχαμε κανονίσει δείπνο· ήθελε καιρό να πάμε σε ένα μαγαζί στην παραλία.

Του είπα πως η Δανάη δεν τα κατάφερνε, ο Παύλος ήταν άρρωστος, κι εγώ έφευγα.

Με κοίταξε χωρίς θυμό, μόνο με μια ελαφριά απορία, λες και του είχα ανακοινώσει κάτι παράλογο.

Ψίθυροι Ζωής